Με τον Βαγγέλη είχαμε γίνει φίλοι πια. Κάθε που πήγαινα να αγοράσω τυριά και αλλαντικά από το σούπερ μάρκετ συναντιόμασταν, χρόνια τώρα. Στην αρχή ήταν «καλημέρα», μετά τι κάνουν τα παιδιά, πώς πάει η δουλειά και άλλες μικρές κουβεντούλες ώσπου να μου κόψει το αναλώσιμο.
Μια μέρα βγαίνει από το πόστο του, έρχεται κοντά μου και μου λέει διστακτικά και συνεσταλμένα: «Ξέρεις, γράφω κι εγώ. Πέρα από στίχους, έχω γράψει και ένα μυθιστόρημα. Νομίζω πως ξέρω να γράφω. Μπορώ να σου το δώσω να το δεις;»
[«Ξέρω να γράφω» είχα πει κι εγώ κάποτε στον Βασίλη Ραφαηλίδη, όταν έψαχνα για δουλειά. «Καλά, κι αυτοί που είναι έξω από τα υπουργεία και γράφουν τις αιτήσεις, ξέρουν να γράφουν. Ασε που όλες οι νοικοκυρές γράφουν στίχους». Θεέ μου, προσβολή!]
Κλείστηκε το ραντεβού με τον Βαγγέλη και πήρα στα χέρια μου τα χειρόγραφα. Τότε είδα και το επίθετό του: Κυρίτσης. «Θα το διαβάσω σίγουρα και θα σου πω». Οι πρώτες σελίδες διαβάστηκαν στο μετρό, αλλά ήρθαν και στο κρεβάτι και στην ώρα του καφέ… Διάβαζα ένα υπέροχο μυθιστόρημα, με υπόθεση και πλοκή, που κρατούσε το ενδιαφέρον, με γλώσσα στρωτή, χωρίς ακροβατισμούς και εξυπνακισμούς, με ήπια περιγραφή χαρακτήρων και επιτέλους καθόλου «μοντέρνο». Ο τίτλος του: «Λαιμητόμος».
Ο βασικός ήρωας ένας καθηγητής Μαθηματικών, ίσως γιατί κι ο Βαγγέλης μαθηματικός σπούδαζε αλλά «τα ‘φερε έτσι η ζωή, που έπρεπε να σταματήσω…». Δεν τον ρώτησα περισσότερα – τουλάχιστον όχι ακόμα.
«Είναι αλήθεια ότι μια μέρα ξεθάρρεψα και πήγα τα χειρόγραφα στα Ελληνικά Γράμματα. Ημασταν στην αρχή των συζητήσεων, αλλά ο εκδοτικός οίκος έκλεισε. Μετά το άφησα. Θες η ντροπή, θες η ζωή που βάζει άλλες προτεραιότητες. Πάντως το άφησα».
[«Ντρέπομαι να πάω σε εκδότη να τα δώσω», μου είχε πει πριν από πολλά χρόνια ο Χρήστος Οικονόμου. Κι όταν μια φορά ξεθάρρεψε, με τη «Γυναίκα στα κάγκελα» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα), μετά ήρθε και το κρατικό βραβείο και άνοιξαν οι δρόμοι…]
Η ζωή των προσώπων στο μυθιστόρημα δύσκολη, με απώλειες, με σκληρά βιώματα, με την απειλητική λαιμητόμο σε συνεχή αναμονή, «όπως το μηχάνημα που κόβει τα αλλαντικά»… Με ανατροπές.
«Ποιος να ‘ναι ο δήμιος και ποια η λαιμητόμος/ πότε θα πέσουνε κομμένα τα κεφάλια μας/ καλοί, κακοί, ζητιάνοι κι άρχοντες, μικροί, μεγάλοι/ στο χώμα όλοι, στο χώμα πάλι/ κι έρχονται άλλοι να γελάνε με τα χάλια μας…»
Δεν κάνω λίστα με τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ, πάω μόνο για να πω στον Βαγγέλη πόσο ωραία γράφει κι ότι «Κάτι θα γίνει, θα δεις»*…
*Το βραβευμένο βιβλίο του Χρ. Οικονόμου (εκδ. Πόλις)
