Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, ιδρυμένο το 2000 και στεγασμένο στο Κτίριο Φιξ το 2016, μένει χωρίς καλλιτεχνικό/-ή διευθυντή/-ύντρια. Η πενταμελής επιτροπή που επέλεξε η υπουργός για να κρίνει αποφάνθηκε πως όλοι οι υποψήφιοι, μεταξύ των οποίων, όπως μαθαίνουμε, και οι δύο πρώην διευθύντριες του μουσείου, απορρίπτονται.
Δώδεκα από αυτούς δεν πληρούσαν τα τυπικά ή/και ειδικά προσόντα, τρεις άλλοι υπέβαλαν εκπροθέσμως και μία υποψηφιότητα απερρίφθη διότι ήταν… συλλογική. Εν συνεχεία η υπουργός Πολιτισμού συνεχάρη θερμά την επιτροπή και, όπως ανακοινώθηκε, θα ακολουθήσει νέος διεθνής διαγωνισμός.
Δεν έχω πλήρη εικόνα των βιογραφικών των υποψηφίων. Σκέφτομαι όμως ότι, αν όντως η κρίση είναι δίκαιη, οι δύο προηγούμενες διευθύντριες του μουσείου προφανώς στερούνταν τα αναγκαία προσόντα για να εκπληρώσουν το τόσο σημαντικό έργο που είχαν αναλάβει. (Δεκαεννιά δηλαδή χρόνια λάθος;) Και πως, προφανώς, η κατοχή διδακτορικής διατριβής και το υπόλοιπο συγγραφικό έργο τους, η αποδεδειγμένη γλωσσομάθειά τους και η πείρα τους στη διαχείριση της τέχνης, όπως επίσης και αντίστοιχα προσόντα των υπόλοιπων υποψηφίων, απαξιώθηκαν ως απαράδεκτα. Βαρύς χαρακτηρισμός για τόσους ανθρώπους!
Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι τα προσόντα για τα οποία μιλάμε ήταν επαρκή όταν διορίστηκαν οι δύο πρώην διευθύντριες το 2000 η πρώτη και το 2014 η δεύτερη, αλλά όχι σήμερα; Να μας πείσει δηλαδή ότι αυτό που λέμε σύγχρονη τέχνη είναι κάτι που σαν τον μυθικό Πρωτέα μεταμορφώνεται ριζικά σε ελάχιστα χρονικά διαστήματα και ότι οι συντάκτες αλλά και οι κριτές των προσκλήσεων για τις υποψηφιότητες διαθέτουν την εκπληκτική εποπτεία που τους επιτρέπει να προσαρμόζουν τις απαιτήσεις τους σχεδόν σε χρόνο μηδέν; (Θα είχαμε δηλαδή τότε ένα μουσείο φλούξους.)
Αρνούμαι να πιστέψω ότι οι υποψηφιότητες είχαν κριθεί πριν ανοίξουν οι φάκελοι. Γεγονός είναι όμως ότι λίγοι γνωρίζουν ποια ήταν και πόσο δίκαια αποτιμήθηκαν τα, ανεπαρκή υποτίθεται, προσόντα όλων των υποψηφίων. Πράγμα πολύ ανησυχαστικό για περισσότερους λόγους:
Πρώτον, βασική απαίτηση της δημοκρατίας είναι η απόλυτη και ουσιαστική διαφάνεια στις κρίσεις.
Δεύτερον, οι κρίσεις αυτές, ιδίως στην τέχνη και στον πολιτισμό, δεν μπορεί να εξαντλούνται στον έλεγχο «ειδικών» είτε «τυπικών» προσόντων. Πολλώ μάλλον όταν το τι είναι και τι δεν είναι σύγχρονο στην τέχνη, το πώς αποτιμώνται και αξιοποιούνται η σύγχρονη διεθνής και η ελληνική παραγωγή, ποια είναι τα σύνορα των εικαστικών με τις άλλες τέχνες και με τους πολιτισμούς του κόσμου συνιστούν ανοιχτά ζητήματα κεφαλαιώδους σημασίας.
Η διακηρυγμένη θέση/πρόταση και η εγνωσμένη θητεία των υποψηφίων σχετικά με τα θέματα αυτά θα έπρεπε να είναι το κύριο κριτήριο της επιλογής τους.
