ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Ψαρράς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η σημερινή κηδεία του Γκλίξμπουργκ προβάλλει ένα διπλό μήνυμα στην ελληνική κοινωνία. Από τη μια μεριά η κυβέρνηση, με προσωπική ευθύνη του πρωθυπουργού, έχει συρθεί σε μια διαδικασία πολιτικής αποκατάστασης του θρόνου και του Γκλίξμπουργκ, με τη χρήση ενός φτηνού επιχειρήματος, ότι δηλαδή «η Ιστορία» (κάποτε) θα τον κρίνει! Το χειρότερο είναι ότι αυτή η μετάθεση σε μελλοντικό χρόνο αυτής της «κρίσης» συνοδεύεται από μια ωμή διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων. Ο ισχυρισμός, μάλιστα, ότι πέραν της όποιας ευθύνης του Γκλίξμπουργκ για την ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου το 1965 και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας πρέπει να συνυπολογιστεί η «διακριτική» και «θετική» του στάση μετά το Δημοψήφισμα του 1974, το οποίο υποτίθεται ότι αποδέχτηκε, είναι απολύτως απαράδεκτος.

Για την περίπτωση του Γκλίξμπουργκ ισχύει το συμπέρασμα της σχετικής μονογραφίας του Μελέτη Μελετόπουλου: «Ο έκπτωτος έχει μηδαμινή παιδεία, μειωμένη αντίληψη της κοινωνικής πραγματικότητας και παντελή έλλειψη πολιτικής σκέψεως. Οι έκπτωτοι Γκλίξμπουργκ περιστοιχίζονται σήμερα από τους ίδιους ανθρώπους που στο παρελθόν συνετέλεσαν στη μεγάλη πολιτική κρίση του 1965-67, που οδήγησε την Ελλάδα στη δικτατορία. Εκπέμπουν τις ίδιες εξωπραγματικές, αυταρχικές και απαράδεκτες απόψεις. Και το χειρότερο: χρειάζεται μια εθνική καταστροφή για να παίξουν πάλι κάποιον ρόλο. Αλλωστε, πάντα στην ελληνική ιστορία οι αφίξεις και εκπτώσεις των Γκλίξμπουργκ συνδυάζονται με εθνικές κρίσεις και καταστροφές» («Η Βασιλεία στη νεότερη ελληνική ιστορία», εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 1994, σελ. 291).

Προλογίζοντας το βιβλίο αυτό ο αείμνηστος Δημήτρης Τσάτσος και ο Ανδρέας Λοβέρδος επισήμαιναν ότι «το ελληνικό κράτος έχει παραχωρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων στους δηλωμένους αντιπάλους του πολιτεύματός του. Είναι βέβαιο πως στην αδράνεια αυτή πρέπει να δοθεί ένα τέλος. Η ελληνική πολιτεία, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου που διαμορφώνεται από το Σύνταγμα του 1975/86, πρέπει, ασκώντας τα κυριαρχικά της δικαιώματα, να διαγράψει τα περιορισμένα όρια νομιμότητας που έχουν οι κινήσεις, ο λόγος και οι πράξεις του τέως βασιλέως και της οικογένειάς του» (σελ. 16). Πόσο μακριά βρισκόμαστε σήμερα από αυτή τη διαπίστωση;

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη πλευρά αυτής της θλιβερής ιστορίας. Εκείνη που συνδέεται με το αρρωστημένο ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης για τις ανούσιες λεπτομέρειες από τη ζωή και τον θάνατο όσων βασιλιάδων/βασιλισσών και πριγκίπων/πριγκιπισσών. Είναι το ίδιο ενδιαφέρον που αναζωογονείται στις δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές για ζωντανούς και πεθαμένους εστεμμένους.

Σε ένα σπαρταριστό μικρό του κείμενο, ο σπουδαίος Ρολάν Μπαρτ είχε σχολιάσει πριν από μισό αιώνα τις αντιδράσεις που είχε προκαλέσει στο διεθνές κοινό η κρουαζιέρα δεκάδων «γαλαζοαίματων» που είχαν διοργανώσει στο Αιγαίο το 1954 ο Παύλος και η Φρειδερίκη, το βασιλικό ζεύγος της Ελλάδας, με τη θαλαμηγό «Αγαμέμνων» και τη χρηματοδότηση του εφοπλιστή Ευγενίδη («Η κρουαζιέρα των Γαλαζοαίματων», στο Ρολάν Μπαρτ, «Μυθολογίες. Μάθημα», μτφρ. Καίτης Χατζηδήμου και Ιουλιέττας Ράλλη, Αθήνα 1979, σ. 105-107). Ο Μπαρτ επισήμαινε ότι όσο πιο «καθημερινή» και «ανθρώπινη» είναι κάποια δραστηριότητα των βασιλιάδων τόσο πιο έντονο το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. «Οι βασιλιάδες είναι στην ουσία υπεράνθρωποι και όταν πρόσκαιρα δανείζονται μορφές δημοκρατικές, πρόκειται χωρίς άλλο για μια παρά φύση ενσάρκωση, που γίνεται μονάχα από συγκατάβαση». Επί μέρες ήταν τότε πρώτο θέμα στον ευρωπαϊκό Τύπο το γεγονός ότι οι βασιλιάδες ζουν… ανθρώπινα. Σημείωνε ο Μπαρτ: «Οι κοινότατες πράξεις της καθημερινής ζωής απόκτησαν, πάνω στον “Αγαμέμνονα”, τον χαρακτήρα μιας υπέρμετρης τόλμης, όμοιας με τις παραξενιές εκείνες της Φύσης όπου παραβαίνονται οι ίδιοι οι νόμοι της: οι βασιλιάδες ξυρίζονται μόνοι τους!». Παρακάτω ο Μπαρτ εξηγούσε ότι το κοντομάνικο πουκάμισο που φορούσε ο Παύλος και το πλουμιστό τσιτάκι της Φρειδερίκης τράβηξαν το ενδιαφέρον των αναγνωστών του διεθνούς Τύπου, μόνο και μόνο επειδή είναι παρόμοια με τα ρούχα που φορούν οι κοινοί θνητοί.

Και μη φανταστεί κανείς ότι αυτά γίνονταν μόνο τότε. Παρόμοια περιγραφή κάνει ο Νίκολας Γκέιτζ για τον Γκλίξμπουργκ σε κείμενό του το 2015 με τον προκλητικό τίτλο «Γιατί ο βασιλιάς της Ελλάδας ζει σαν κοινός θνητός;». Ακόμα πιο προκλητικό είναι το γεγονός ότι το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Γκέιτζ που παρουσιάστηκε τον περασμένο μήνα στην Αθήνα από τον Αντώνη Σαμαρά και τον Κώστα Μπακογιάννη ως σημαντικό έργο ενός σπουδαίου Ελληνα (βλ. «Ο “θείος” από το Σικάγο», «Εφ.Συν.» 19.12.2022).

Αλλά αυτή η ενασχόληση με τις ανούσιες λεπτομέρειες της προσωπικής ζωής των εστεμμένων δεν μένει χωρίς πολιτικές συνέπειες. Στο κλείσιμο του κειμένου του, ο Μπαρτ πρόσθετε με νόημα: «Ολη αυτή η ανεκδοτολογική πολυλογία με την οποία ο Τύπος απονεκρώνει τους αναγνώστες του δεν προβάλλεται χωρίς λόγο. Αντλώντας τη δύναμή τους από την ανανεωμένη θεϊκότητά τους, οι πρίγκιπες, δημοκρατικότατα, ασκούν και πολιτική: ο Κόμης των Παρισίων εγκαταλείπει τον “Αγαμέμνονα” και ξαναγυρίζει στο Παρίσι για να “επιβλέψει” την καλή οργάνωση της άκρας δεξιάς CED και ο νεαρός Χουάν της Ισπανίας στέλνεται επειγόντως στην πατρίδα του για να στηρίξει τον ισπανικό φασισμό».

Και ο μεν Χουάν Κάρλος πρόλαβε είκοσι χρόνια αργότερα να ξεπεζέψει από το άλογο του φρανκικού καθεστώτος, αλλά ο κουνιάδος του ο Γκλίξμπουργκ έμεινε μέχρι το τέλος γαντζωμένος στον θρόνο που είχε χάσει εξαιτίας των δικών του πολιτικών επιλογών. Το κακό είναι ότι χάρη στους χειρισμούς του κ. Μητσοτάκη, αυτός ο Μπρανκαλεόνε της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας παρουσιάζεται σήμερα ως ένας Ελ Σιντ που και νεκρός μπορεί να νικήσει για χάρη του στέμματος τη δημοκρατία.