Tην περασμένη Δευτέρα παρουσιάστηκε στην Αθήνα το καινούργιο βιβλίο του γνωστού Ελληνοαμερικανού δημοσιογράφου και συγγραφέα Νίκολας Γκέιτζ. Πρόκειται για μεταφράσεις μιας σειράς κειμένων του που είχαν δημοσιευτεί σε αμερικανικά έντυπα, κυρίως τους «Νιου Γιορκ Τάιμς», εδώ και μισό αιώνα (Νίκος Γκατζογιάννης, «Αποστολές από την πατρίδα», πρόλογος Αλέξης Παπαχελάς, μτφρ. Χρ. Λιθαρής). Τα κείμενα και οι απόψεις του Γκέιτζ είναι αρκετά γνωστά στην Ελλάδα, όπως και ο ιδιαίτερος σύνδεσμός του με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, τον οποίο έχει κληρονομήσει και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Απ’ αυτή την άποψη προκάλεσε σε ορισμένους έκπληξη το γεγονός ότι ως βασικός ομιλητής στην παρουσίαση του βιβλίου είχε επιλεγεί ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος μπορεί να τα βρίσκει κατά καιρούς με τον νεότερο της οικογένειας Μητσοτάκη, αλλά δεν παύει να είναι εκείνος που ήρθε σε ακραία σύγκρουση με τον πρεσβύτερο. Πώς είναι δυνατόν να χαρακτηρίζει ο κ. Σαμαράς τον κ. Γκέιτζ «σύγχρονο Οδυσσέα» και να ονομάζει την ψυχροπολεμική «Ελένη», το γνωστότερο βιβλίο του, «πνευματική Οδύσσεια», παρόντος του εκπροσώπου της οικογένειας Κώστα Μπακογιάννη;
Ο ίδιος ο κ. Σαμαράς μάς έλυσε την απορία, εξηγώντας για ποιο λόγο υμνεί τον μυστικοσύμβουλο του πρώην αρχηγού του, με τον οποίο ήρθε σε κάθετη ρήξη το 1992. Υποσχέθηκε μάλιστα ότι θα υπάρχει και συνέχεια: «Κάποτε ίσως πω κι εγώ για αυτά που έζησα για σχεδόν μισό αιώνα με τον Νίκο». Η απάντηση είναι ότι τον γνώρισε ως μέντορα κατά τις σπουδές του στις ΗΠΑ και ότι ο Γκέιτζ είχε συνεργαστεί μαζί του το μακρινό 1980-81 στην προεκλογική του εκστρατεία στην Καλαμάτα. Ο Αντώνης Σαμαράς ήταν τότε το πουλέν του Ευάγγελου Αβέρωφ, εισηγητή της περιβόητης θεωρίας «γέφυρας» του πολιτικού κόσμου με τη χούντα.
Τι είναι λοιπόν αυτό που ένωνε τον Γκέιτζ με τον Αβέρωφ, τον Σαμαρά και τον Κων. Μητσοτάκη; Τίποτα περισσότερο από έναν σκληρό ατλαντισμό και έναν αγοραίο αντικομμουνισμό που θυμίζει την ψυχροπολεμική περίοδο. Ενδεικτικό το γεγονός ότι στο βιβλίο που έγραψε ο Γκέιτζ το 1971 για την Ελλάδα («Portrait of Greece», American Heritage Press) περιλαμβάνεται ολόκληρο κεφάλαιο στο οποίο, όπως έχουμε αποκαλύψει ήδη από το 1997 στην «Ελευθεροτυπία», ξεπλένεται το δικτατορικό καθεστώς με φράσεις όπως «στην Ελλάδα υπάρχει από τον Απρίλιο του 1967 δικτατορία, αλλά οι περισσότεροι τουρίστες θα δυσκολευτούν πολύ να βρουν κάποια διαφορά» (σελ. 96), «οι προηγούμενες κυβερνήσεις παραμέλησαν τα χωριά. Η χούντα έχει καταβάλει προσπάθειες για να διορθώσει αυτή την ανισορροπία» (σελ. 98), «παραδόξως, το θέμα των βασανιστηρίων είναι πολύ πιο σημαντικό στο εξωτερικό παρά στην Ελλάδα» (σελ. 103-104). Φρονίμως ποιών ο συγγραφέας αφαίρεσε εντελώς αυτό το κεφάλαιο στην επανέκδοσή του την περίοδο της Μεταπολίτευσης.
Αλλά ακόμα και το βιβλίο του Γκατζογιάννη που παρουσίασαν τις προάλλες οι Παπαχελάς – Σαμαράς, όσο κι αν έχει σιωπηλά απαλλαγεί από τις χοντροκομμένες φιλοχουντικές αναφορές δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για την απλοϊκή και στρατευμένη σκέψη του συγγραφέα. Οι περισσότερες σελίδες του είναι αφιερωμένες με θαυμασμό στην οικογένεια Ωνάση και τον Γκλίξμπουργκ, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας περιγράφεται ως συνεχιστής του Αλκιβιάδη και του Ζαχαριάδη!
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε κι αυτός γνωρίσει τον Γκέιτζ στις ΗΠΑ το 1969 και στη συνέχεια τον έχρισε άτυπο υπαρχηγό. «Στην πορεία προς τις εκλογές του 1990 [ο Γκέιτζ] συνέβαλε στην προεκλογική προσπάθεια του Μητσοτάκη με τη συγγραφή και επιμέλεια σχεδίων ομιλίας» («Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης με τα δικά του λόγια», τ. Β’, Αθήνα 2019, σ. 160). Σ’ αυτές τις εκμυστηρεύσεις του που είχε ζητήσει να δημοσιευτούν μόνο μετά τον θάνατό του ο ίδιος ο Κων. Μητσοτάκης συμπλήρωνε με κυνισμό: «Δεν δίσταζα να αξιοποιήσω όλους εκείνους οι οποίοι μπορεί να ήταν χρήσιμοι. […] Εδώ στην Ελλάδα καταντήσαμε να θέλουν κάποιοι να παρουσιάζουν τους πάντες ως εξ ορισμού ύποπτους και να δημιουργούν κόμπλεξ. […] Εγώ τέτοιο κόμπλεξ δεν το είχα. Είχα έναν σύμβουλο, τον Νικ Γκέιτζ. Αμερικάνος; Εντάξει, ας λένε ό,τι θέλουνε. […] Οποιονδήποτε μπορούσε να φανεί χρήσιμος δεν είχα καμία δυσκολία να τον χρησιμοποιήσω» (στο ίδιο, σελ. 161).
Τον Γκέιτζ επέλεξε ο Μητσοτάκης για να μεταφέρει στις 10.4.1990 την πρόταση στον Καραμανλή να είναι υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Τον ίδιο χρησιμοποιούσε για τις δύσκολες αποστολές του ΥΠΕΞ, με την ασαφή εξήγηση ότι «ο Νικ Γκέιτζ ήταν ένας πολύ χρήσιμος άνθρωπος» (σελ. 202). Αυτή η ασάφεια οδήγησε τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ Φούρα και Ροκόφυλλο να καταθέσουν ερώτηση στην κυβέρνηση του Κων. Μητσοτάκη «για τη σχέση του Γκατζογιάννη με τη CIA ή άλλες μυστικές υπηρεσίες» και για τις σχέσεις που διατηρούσε «με τη χούντα των συνταγματαρχών και την ελληνική ΚΥΠ» (6133/25.2.1992). Η απάντηση του αρμόδιου υπουργού άφηνε την ουσία των ερωτημάτων αναπάντητη, και περιοριζόταν στη διάψευση των σχέσεων με τη χούντα.
Από τότε ο μόνος που βγήκε στο βήμα της Βουλής να υπερασπιστεί τον Γκατζογιάννη ήταν ο κ. Μπογδάνος και μάλιστα στις 29.1.2022, μετά δηλαδή την αποπομπή του από τη Ν.Δ.
Βέβαια ο πρωθυπουργός θεωρεί τον Γκατζογιάννη «καλό του φίλο» και τον ευχαριστεί για τη βοήθεια στην πτυχιακή του εργασία που μεταφράστηκε και σε βιβλίο. Μόνο που, όπως έχουμε δείξει, η εργασία αυτή είναι γεμάτη λάθη, ακόμα και παραχαράξεις επίσημων ντοκουμέντων της Ν.Δ. και του Κων. Καραμανλή, ενώ ακόμα και οι αναφορές στον «φίλο» είναι λανθασμένες. Ο αγοραίος ατλαντισμός δεν αρκεί.
