Πριν από δύο Τετάρτες είχα αναφερθεί στην ορθογραφία της λέξης «κόκαλο» (ή «κόκκαλο»). Ο αναγνώστης της εφημερίδας μας κ. Ο.Σ. έστειλε μέιλ στο οποίο θέτει ένα ενδιαφέρον ζήτημα. Οπως λέει, ο ίδιος γεννήθηκε στη Ρουμανία, παιδί πολιτικών προσφύγων. Τα ρουμανικά έχουν απλούστατη, φωνητική ορθογραφία, οπότε αναρωτιέται γιατί στα ελληνικά διατηρείται η ιστορική ορθογραφία, που εμποδίζει εκατομμύρια αναγνώστες να γράφουν σωστά. Οι μαθητές, λέει, θα μπορούσαν να μάθουν τόσα πράγματα στον χρόνο που μαθαίνουν ορθογραφία. Δεν συμφωνείτε, ρωτάει, ότι η ιστορική ορθογραφία είναι ελιτίστικη ενώ η φωνητική είναι δημοκρατική; Βέβαια, συνεχίζει, όσοι παιδεύτηκαν για να μάθουν να γράφουν σωστά, και είναι περήφανοι γι’ αυτό, θα διαφωνήσουν· αλλά μήπως κι εσείς οι φιλόλογοι δεν θα χάνατε μεγάλο μέρος της ύλης του επαγγέλματός σας; Τι εμποδίζει την αλλαγή, πέρα από την αδράνεια και τη συνήθεια;
Εχει δίκιο ο φίλος μας ότι η ορθογραφία λειτούργησε παλιότερα ως ταξικός φραγμός – και ακόμα λειτουργεί. Είναι επίσης αλήθεια ότι, στον καιρό του διαδικτύου και των σόσιαλ, όπου όλοι σχεδόν παράγουμε τεράστιες ποσότητες αφρόντιστου γραπτού λόγου (οιονεί προφορικού), πολλοί αγωνιούν όταν πληκτρολογούν, μήπως κάνουν ορθογραφικό λάθος που θα τους εκθέσει, ενώ άλλοι καραδοκούν να βρουν λάθος στα γραπτά του πολιτικού τους αντιπάλου για να τον χλευάσουν και να απαξιώσουν τα επιχειρήματά του: έκανες ένα ορθογραφικό λάθος, άρα είσαι ανορθόγραφος, άρα είσαι αγράμματος, άρα δεν έχουν σημασία αυτά που λες.
Ωστόσο, υπάρχουν πρακτικά προβλήματα. Η ελληνική γλώσσα έχει πάρα πολλά ομόηχα· στον προφορικό λόγο, το «παίζεται» και το «παίζετε» ακούγονται ίδια, αλλά υπάρχουν οι χειρονομίες, ο επιτονισμός κτλ. που βοηθάνε να διαλυθεί η σύγχυση – και στο κάτω κάτω όταν ο άλλος σου λέει «καλί» χωρίς συμφραζόμενα, μπορείς να τον ρωτήσεις για να καταλάβεις αν εννοεί «καλή» ή «καλεί». Ο γραπτός λόγος δεν έχει τέτοια βοηθήματα.
Αλλά πράγματι το βασικό εμπόδιο σε κάθε σκέψη για ριζική και γενικευμένη αλλαγή της ορθογραφίας είναι η αντίσταση που θα προβάλει και θα προβάλλει η γενιά που θα υποστεί την αλλαγή. Οι λύσεις που έχουν προταθεί για να ξεπεραστεί αυτή η αντίσταση δεν είναι πειστικές (βλ. το βιβλίο «Ιστορική ορθογραφία: άταφος νεκρός ή αναγκαίο κακό;» του γλωσσολόγου Δημ. Καλαμπούκα).
Από την άλλη πλευρά, η πρόοδος της τεχνολογίας έχει ήδη αρχίσει να λύνει το πρόβλημα της ανορθογραφίας, χάρη στους διάφορους ολοένα και εξυπνότερους διορθωτές. Αν όμως λυθεί εντελώς, η ισχυρή τάξη θα βρει ασφαλώς κάτι άλλο για να διαιωνίσει την εξουσία της και την ταξική επιλογή – διότι δεν είναι η ορθογραφία που φέρνει την ταξική επιλογή αλλά η ύπαρξη τάξεων που προκαλεί την ανάγκη για ταξική επιλογή.
Τέλος, όσον αφορά για τους φιλολόγους, η καθιέρωση φωνητικής ορθογραφίας θα καταργούσε μεν ένα μέρος της ύλης τους, αλλά αυτό θα ήταν το πιο βαρετό. Δεν θα είναι απώλεια, μάλλον απαλλαγή.
