Πάει ο παλιός ο χρόνος, θα τραγουδήσουν κάποιοι στο ρεβεγιόν το βράδυ, περιμένοντας να καλωσορίσουν τον καινούργιο. Το δικό μας ραντεβού όμως γίνεται το πρωί της παραμονής, οπότε θα λεξιλογήσουμε, ακριβώς, για τη λέξη «χρόνος».
Είναι λέξη αρχαία, ομηρική, με ετυμολογία που έχει πολύ βασανίσει τους μελετητές· άγνωστη, καταλήγουν τα λεξικά. Οι αρχαίοι είχαν τον χρόνο σε αντιδιαστολή με τον «καιρό», που δήλωνε τμήμα χρόνου με συγκεκριμένα όρια, όπως και με τον «αιώνα», που δήλωνε την αιωνιότητα. Στον Τίμαιο ο Πλάτων ονομάζει τον χρόνο «εἰκὼ … κινητόν τινα αἰῶνος», κινητή εικόνα της αιωνιότητας.
Στη σημερινή γλώσσα, ο χρόνος είναι λέξη πολυσήμαντη· μπορεί να είναι η συνεχής εξέλιξη και διαδοχή γεγονότων και καταστάσεων (η ροή του χρόνου, με την πάροδο του χρόνου, ο πανδαμάτωρ χρόνος), οπότε δεν έχει πληθυντικό. Επίσης, χρόνος είναι το διάστημα ανάμεσα σε δύο χρονικά σημεία, που είναι διαθέσιμο για κάτι: με πιέζει ο χρόνος, έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου, δεν βρήκα χρόνο να του μιλήσω· ούτε τότε έχει πληθυντικό.
Αλλά επίσης ο χρόνος μπορεί να δηλώνει το διάστημα που χρειάζεται η Γη για να κάνει μία περιστροφή γύρω από τον ήλιο και που το διαιρούμε σε δώδεκα μήνες ή τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες, δηλαδή το έτος -ή γενικά την περίοδο 12 μηνών, ή, για να το γενικεύσουμε περαιτέρω, μια ορισμένη χρονική περίοδο στην ιστορία της ανθρωπότητας ή στη ζωή ενός ατόμου- οπότε βεβαίως έχει πληθυντικό: οι αρχαίοι χρόνοι, τα νεανικά μου χρόνια.
Προσέξτε ότι ο χρόνος είναι διπλόκλιτο ουσιαστικό, σχηματίζει πληθυντικό με δύο τρόπους, δύο γένη (όπως και ο λόγος ή ο βράχος). Κι έτσι ευχόμαστε «χρόνια πολλά», ή λέμε ότι κάποιος «τα έχει τα χρονάκια του» (εδώ το υποκοριστικό ουσιαστικά μεγεθύνει).
Χρόνος είναι ακόμα το διδακτικό έτος, αλλά έχουμε και τους χρόνους του ρήματος στη γραμματική, ενεστώτα, παρατατικό και πάει λέγοντας. Χρόνος είναι η μονάδα μέτρησης της χρονικής διάρκειας των φθόγγων σε μια μουσική σύνθεση, π.χ. ¾, ενώ στα αγωνίσματα δρόμου οι αθλητές προσπαθούν να βελτιώσουν τον χρόνο τους.
Σταχυολογώ μερικές από τις πάρα πολλές παροιμιακές και στερεότυπες φράσεις με τον χρόνο: μας άφησε χρόνους, λέμε για κάποιον που πέθανε· όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, πάρ’ τον στον γάμο σου να σου πει και του χρόνου, ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται, με πήραν τα χρόνια, το πλήρωμα του χρόνου, σε χρόνο ρεκόρ, σε ανύποπτο χρόνο, ο χρόνος είναι χρήμα, ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Παλιότερα λέγαμε «χάνω τον καιρό μου», ενώ σήμερα «χάνουμε τον χρόνο μας», μάλλον υπό την επίδραση γαλλικών και αγγλικών.
Φίλοι αναγνώστες, ευτυχισμένος να είναι ο καινούργιος χρόνος, με υγεία και αγάπη -και να τον περάσουμε όλοι μαζί. Και του χρόνου λοιπόν!
