Το μοιραίο συνέβη Μάρτιο του 2010. Ευτυχώς είχαν αφήσει τον Νικολή σε κυριακάτικο, μεσημεριανό, παιδικό πάρτι και τραβούσαν κατά τα Σούρμενα για φαΐ σε συγγενείς. Το τρελό φορτηγό πέρασε στο αντίθετο ρεύμα και τους χτύπησε μετωπικά. Ο Μπάμπης ξεψύχησε ακαριαία. Η ίδια σώθηκε παρά τρίχα και έδωσε τιτάνιο αγώνα να ξαναπερπατήσει. Επειτα από δυόμισι χρόνια κατόρθωσε να σηκωθεί απ’ το καροτσάκι και να κάνει δειλά βήματα με το «πι». Οι φυσικοθεραπείες και οι ασκήσεις δεν έφερναν το ποθητό αποτέλεσμα. Υποταγμένη στο άτεγκτο πεπρωμένο, έφτασε στο τσακ να τα παρατήσει.
Το αδιάκοπο πήγαιν’-έλα των τελευταίων μηνών στην κουζίνα, μολαταύτα, φαίνεται πως έδρασε ευεργετικά. Μέρες τώρα δεν άγγιζε το μεταλλικό μαραφέτι. Μπαινόβγαινε στα δωμάτια με τις πατερίτσες, τις οποίες βαθμιαία μεταχειριζόταν αραιότερα. Προχωρούσε χωρίς βοήθεια τρία μέτρα στην αρχή, κατόπιν πέντε, έπειτα δέκα… Εσχάτως δεν πιανόταν καν απ’ τους τοίχους. Δεν ανέφερε το παραμικρό στον υιό της. Ηθελε πρώτα να βεβαιωθεί ότι πατάει γερά στα πόδια της. Ο νοτιάς κι ο σιρόκος την επηρέαζαν αρνητικά. Με την τραμουντάνα και τον μαΐστρο έβγαζε, λες, φτερά στους αστραγάλους.
Ανήμερα τη γιορτή του, στις 6 Δεκεμβρίου, αποτόλμησε μια μικρή επίδειξη στον Νικολή. Εξω σφύριζε ένα δαιμονισμένο ξεροβόρι. Χύθηκε στην αγκαλιά της το αγόρι, σηκώνοντάς την ψηλά. Παρ’ ολίγον να την γκρεμοτσακίσει. Ανοιξαν σαμπάνια, πεσκέσι των καλλιτέχνιδων, να πανηγυρίσουν τη διπλή χαρά. Οι γιατροί έτριβαν τα μάτια τους. Προσάρμοσαν την αγωγή στα νέα δεδομένα και επιβραβεύτηκαν με θεαματικά αποτελέσματα. Την άνοιξη κυκλοφορούσε άνετα στην πολυκατοικία κι απ’ τον Αύγουστο έκοβε βόλτες στη γειτονιά, βαστώντας το κομψό μπαστούνι που της χάρισε ο κανακάρης της απ’ τα φιλοδωρήματα.
Επί τη ονομαστική της, την 1η Σεπτεμβρίου, η Αντιγόνη παρέθεσε δείπνο σε εκλεκτούς φίλους, συμπεριλαμβανομένου του Παναγόπουλου. Διέκοπτε τους ηδονικούς ερευγμούς των προσκεκλημένων της με αποσπάσματα από την «Ψυχολογία Συριανού συζύγου» του Ροΐδη, τα οποία απήγγειλε από στήθους ο Γερακόπουλος, επαινώντας τη μαγειρική της κυρα-Βένιας, της δασκάλας της: «Τα δε καλά γεύματα εξετίμων προ πάντων διά την έπειτα επερχομένην ιλαράν εκείνην της ψυχής διάθεσιν, ήτις μας κάμνει να λησμονώμεν τα βάσανά μας και να βλέπωμεν ως διά μεγεθυντικού φακού πάσας του βίου τας απολαύσεις».
Οδεύοντας στης Ματούλας για καφέ, περί τα μέσα του μηνός, σταμάτησε να πάρει ανάσα στη συμβολή Αφικλή και Ζακρίδος. Αποφάσισε αίφνης να κάνει μια μικρή παράκαμψη, να γνωρίσει επιτέλους τα περίφημα μοντέλα του ατελιέ ζωγραφικής. Ανεβαίνοντας αργά τα έξι σκαλοπάτια στον αριθμό 37, νόμισε πως είδε τον επίτροπο της ενορίας να εξέρχεται. Τον χαιρέτησε με σεβασμό, αλλά εκείνος απέστρεψε ανάγωγα το κεφάλι. Από το εν γένει ντεκόρ άρχισε να καταλαβαίνει τι εστί στούντιο, προτού χτυπήσει το κουδούνι. Η τσατσά την αναγνώρισε απ’ την κάμερα κι έσπευσε να της ανοίξει. Τα κορίτσια σχημάτισαν έναν χαρούμενο κύκλο τριγύρω της. «Τα αρχαιότερα επαγγέλματα του κόσμου σε αγαστή σύμπνοια» αυτοσαρκάστηκε η Αντιγόνη και ξεράθηκαν όλες στα γέλια. (Συνεχίζεται)
