Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο καιρός κυλούσε με μυδοπίλαφα, κακαβιές, λυθρίνια στο βερμούτ, γαριδομακαρονάδες, μαγειρίτσες, συκωταριές λαδορίγανη, αρνάκια φρικασέ, ψαρονέφρια κρασάτα, γουρουνοπούλες με πρασοσέλινο, μοσχάρια γιουβέτσι, κοτόπουλα με μπάμιες, κουνέλια στιφάδο, αγκινάρες α λα πολίτα, γεμιστά, ιμάμ μπαϊλντί, κολοκυθάκια αυγολέμονο, μπριάμ, γιουβαρλάκια, ρεβίθια γιαχνί, καγιανάδες, σπανακόρυζα, σουτζουκάκια, παστουρμαδόπιτες και δεκάδες ακόμα λιχουδιές, που μόνο να τις σκέφτεσαι σου τρέχουνε τα σάλια. Συνοδεύονταν όλα τούτα με πλούσιες, δροσερές σαλάτες και κάθε τόσο, σε γιορτές και σημαδιακές μέρες, με ραβανί, καρυδόπιτες, σαραγλί και γαλακτομπούρεκα· τύφλα να ’χει το Κοσμικόν.

Φυλούσε τον αφρό για τον Νικολή της. Για τον εαυτό της δεν νοιαζόταν. Συχνά πρόσφερε τη μερίδα της σ’ όσους τηλεφωνούσαν αργοπορημένα και την έβγαζε με δυο αυγά μάτια. Χόρταινε ταΐζοντας τον κόσμο. Ταλιράκι ταλιράκι πλάκα πλάκα ο τζίρος της έφτανε τα τρία χιλιάρικα μηνιαίως με κόστος σκάρτο το 60%. Οι βιαστικοί χτυπούσαν την πόρτα της κατά τη μία. Στους υπόλοιπους έκανε διανομή ο κανακάρης της μόλις επέστρεφε από το σχολείο. Οι παραλήπτες των εδεσμάτων της άλλωστε συνωθούνταν σε τρία τετράγωνα.

Ο Νικολάκης συγκαταλεγόταν στους αρίστους της Γ’ Γυμνασίου. Οι ηδονές με τις οποίες σαγήνευε τους οισοφάγους των γειτόνων χρηματοδοτούσαν το φροντιστήριο, τα Αγγλικά -του χρόνου θα ’παιρνε το προφίσενσι-, τα Ισπανικά και τα μαθήματα κιθάρας που ’χε ξεκινήσει εσχάτως. Ο αδιόριστος καθηγητής αντίκρυ τον προγύμναζε κατ’ οίκον στα Μαθηματικά και τη Φυσική και στα Ελληνικά η διορθώτρια του ατελιέ, κυριολεκτικά για ένα πιάτο φαΐ. Τα διόλου ευκαταφρόνητα φιλοδωρήματα συναθροίζονταν σε ένα ηγεμονικό χαρτζιλίκι που αρκούσε και περίσσευε για τα βιβλία του, τον ιματισμό και τις σαββατιάτικες εξόδους του με συμμαθητές.

Οι πιστοί θαμώνες του ιδιότυπου ρεστοράν δεν έπαυαν σε κάθε μπουκιά να διερωτώνται πού στον διάβολο έμαθε η Αντιγόνη να εκμαυλίζει συνειδήσεις με την κατσαρόλα της, παίζοντας στην παλάμη τις γεύσεις, σαν ταχυδακτυλουργός. Πού να ’ξεραν πως έχει θητεύσει δίπλα στη Βένια την Πολίτισσα, εφάμιλλη και ανώτερη της Λωξάντρας της ίδιας. Πώς τα φέρνει αλήθεια η ζωή; Κυνηγημένος ο πάππος της Ευθύμιος Αχτσίδης με τ’ όνομα, βρέθηκε από την Κασταμονή της Παφλαγονίας, τη γενέτειρά του, στη Μαλακοπή της Καππαδοκίας, όπου νυμφεύθηκε, κατόπιν συντόμου πλην παράφορου πλατωνικού ειδυλλίου, τη δεκαπεντάχρονη Παραδεισία Σπινόγλου.

Αντρας στιβαρός, τριακοντούτης, πότιζε με τον ιδρώτα του την εύφορη, ηφαιστειογενή γη κι ανταμειβόταν με τους άφθονους καρπούς της. Η Δεισώ συμπλήρωσε την ευτυχία τους, χαρίζοντάς του δυο γιους. Ζούσαν αρμονικά με τους Τούρκους, μισοί μισοί στο χωριό, ώσπου, μετά τον Α’ Παγκόσμιο και την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, το μιλιέτι επιστράτευσε τους Ρωμιούς. Κρύφτηκε στην αρχή στις υπόσκαφες στοές της περιοχής, όταν όμως η κατάσταση ζόρισε, κατέφυγε με τα χίλια βάσανα στα Βουρλά της Ιωνίας κι ύστερα απ’ την καταστροφή σ’ ένα άνυδρο νησί του Αιγαίου.

Η Παραδεισία βίωσε την κόλαση με το Μουμπαντελέ· οδυνηρές οι ανταλλαγές πληθυσμών. Με δυο νήπια στην αγκαλιά ακολούθησε το καραβάνι της προσφυγιάς προς τη Μερσίνα της Κιλικίας, απ’ όπου θα επιβιβάζονταν σε πλοίο για τη μητέρα πατρίδα. Στη διαδρομή θρήνησε τον μικρό από δυσεντερία. Ο μεγάλος αρρώστησε μεσοπέλαγα. Τυλιγμένο με κουβέρτα το άγουρο κορμάκι του, θάφτηκε στις βαθυγάλανες πραιρίες της Μεσογείου, που αντίκρισε πρώτη φορά. (Συνεχίζεται)