Τρένο ορμώμενο εκ της αγνής ελληνικής υπαίθρου τροχοπεδεί στον σταθμό Λαρίσης περί τα χαράματα. Μόνιμος κάτοικος ακριτικής κώμης ο Χ., έρχεται πρώτη φορά στο κλεινόν άστυ, παρότι διανύει το τριακοστό τρίτο έτος του. Μισοκοιμισμένος και σαστισμένος εξέρχεται του συρμού και επιβιβάζεται σε ταξί. «Πού πηγαίνετε;» τον ρωτά ευγενικά ο σοφέρ. Του δείχνει ένα χαρτί με μια διεύθυνση κάπου στην Καλλιθέα. Το αυτοκίνητο ξεκινά και ο Χ. βυθίζεται σε βαθύ ύπνο. Οταν σταματούν, βλέπει ακόμη απονήρευτα όνειρα. Ο ταρίφας τον σκουντάει. Ξυπνώντας απότομα εκείνος, χωρίς αίσθηση του χρόνου που μεσολάβησε, κάνει έκπληκτος: «Προτού προλάβω να μπω, φτάσαμε κιόλας; Μπράβο».
Ραδιούργος ο οδηγός, τον κόβει οπωσούν πειραγμένο και δοκιμάζει να τον αποτρελάνει: «Τα ταξί, κύριε, εδώ στην Αθήνα λειτουργούν με προηγμένη τεχνολογία. Δεν ακουμπάνε στην άσφαλτο. Πετούν. Δεν το ξέρατε;». Τις επόμενες μέρες ο Χ. επισκέπτεται την Ακρόπολη, το ομώνυμο μουσείο, το Μέγαρο Μουσικής και εμπορικά πολυκαταστήματα. Μπαίνει στο μετρό, σε λεωφορεία και τρόλεϊ, ψυχαγωγείται σε γήπεδα και τα σπάει σε νυχτερινά κέντρα. Απολαμβάνει, άλλως ειπείν, την ανέμελη ζωή του τουρίστα. Κάποτε επιστρέφει στον τόπο του.
Απορίας έμπλεοι οι συμπατριώτες του τον ξεμοναχιάζουν στο καφενείο, απευθύνοντάς του απανωτές ερωτήσεις για τα αξιοπερίεργα του ταξιδιού. «Είδα πράματα και θάματα, ρε παιδιά, κι όλα μου προυκάλεσαν τρανή εντύπωση. Θα μου μείνει αλησμόνητο, όμως, ότι στην πρωτεύουσα τα ταξί δεν τρέχουν στον δρόμο, αλλά πετάνε». Χαϊβάνια οι περισσότεροι χωριανοί, έχουν δεν έχουν, τον πιστεύουν. «Σουβαρά;» χάσκουν με το στόμα ανοιχτό. Ευφυής και φιλύποπτος ο Ψ., δεν καταπίνει αμάσητο το παραμύθι. «Α φέγα ρε» αποπαίρνει τον ευφάνταστο. «Μα την Παναγία. Πάει στοίχημα;» αποκρίνεται αυτός. «Αν δεν πετάνε, θα κεράσεις όλο το μαγαζί, ειδαλλιώς θα κάτσω να με πηδήξεις» αποφαίνεται ο άλλος στην τσατίλα του και δίνουν τα χέρια σε κοινή θέα.
Μετά ολίγους μήνες ροβολάει κι ο Ψ. κατά την Αθήνα. Στην πιάτσα έξω απ’ τον σταθμό κοιτάζει τις κίτρινες κούρσες να πατούν σταθερά στο έδαφος και πάει η καρδιά του στη θέση της. Μπαίνοντας σε μια από δαύτες, τρώει την πρώτη ψυχρολουσία: «Πού να σας πετάξουμε, κύριος;» λέει απαθώς ο ταξιτζής. «Συγγρού» απαντά με έκδηλη αμηχανία, ενώ οι ψύλλοι αρχίζουν να χορεύουν στ’ αυτιά του. «Σε τι ύψος;» τον αποτελειώνει η σοφεράντζα. Εντελώς συντετριμμένος ο Ψ. αρκείται να ψιθυρίσει: «Θα μας πηδήξουνε που θα μας πηδήξουνε, τουλάχιστον πέτα χαμηλά γιατί ζαλίζομαι».
Παλιό και αθάνατο το ανέκδοτο, σαν τον γέροντα οίνο. Το θυμήθηκα αναλογιζόμενος το μεθύσι ορισμένων εξ Αμαρουσίου επαρχιωτών, οι οποίοι παρεπιδημούν τούτες τις μέρες στην Ουάσινγκτον προκειμένου να παρευρεθούν στην τελετή ορκωμοσίας του Ντόναλντ Ντακ Τραμπ και στις παράτες που θα ακολουθήσουν. Δημοσιεύουν σέλφις με φόντο τον Λευκό Οίκο και δηλώνουν ευτυχείς διότι στους παρατρεχάμενους του νέου προέδρου συγκαταλέγονται οι ομογενείς Ρέινς Πρίμπους και Γκας Μπιλιράκης, οίτινες θα συμβάλουν αποφασιστικά στην επίλυση των εθνικών μας θεμάτων και θα επηρεάσουν το Δου Νου Του να παραμείνει στο ελληνικό πρόγραμμα. Μόνη μας ελπίδα, να σταθούν οι Αμερικανοί ταρίφες στο ύψος των Αθηναίων συναδέλφων τους.
