Ενθουσιάστηκαν με τα πινάκια της Αντιγόνης οι νομικοί κύκλοι περί τη διασταύρωση Πατησίων και Κοδριγκτώνος. Καιρούς και ζαμάνια είχαν να γευθούν τόσο ισορροπημένα γεύματα. Η σεφ θριάμβευσε διά της απλότητος.
Μακαρόνια με κιμά· μάλιστα κύριε, αλλά τι μακαρόνια με κιμά! Την επαύριο τους μαγείρεψε λαχανοντολμάδες μούρλια. Και την επομένη μουσακά, να τρώει η μάνα και ν’ αφήνει νηστικά μισή ντουζίνα κουτσούβελα. Το νέο διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και σε μια βδομάδα οι μουστερήδες σχημάτιζαν ουρές.
Τη συμβούλευσε ο Παναγόπουλος να χρεώνει οκτώ ευρώ τη μερίδα συν την ατομική σαλάτα. «Θα τους ρίξεις στο φιλότιμο και δεν θα ζητούν ρέστα απ’ τα δεκάρικα» τη διαβεβαίωσε. Η ίδια το ’χε σκεφτεί αλλιώς. Απότοκο της κρίσης το νέο της επιτήδευμα, έπρεπε να αμείβεται με χαμηλές τιμές.
«Πέντε φτάνουν και περισσεύουν. Τα ’χω υπολογίσει» αντέτεινε χαμογελαστή.
Με τις πρώτες εισπράξεις και τις προκαταβολές, που αρκετοί έσπευσαν να δώσουν για καπάρο, αγόρασε δυο βαθιά ταψιά, ένα πλατύ τηγάνι και ευμεγέθη κατσαρολικά. Εφοδιάστηκε με άφθονα καρυκεύματα και μυρωδικά, έκανε τα παζάρια της στον μανάβη και τον κρεατοπώλη κι έπειτα στρώθηκε στη δουλειά. Δουλειά, τρόπος του λέγειν· ευχαρίστηση ήταν γι’ αυτήν.
Το φαΐ είναι σαν το μωρό παιδί. Θέλει παρέα. Να το κοιτάς και να σε κοιτάζει. Να σ’ ακούει και να τ’ ακούς. Του τραγούδαγε και του μιλούσε. Το κανάκευε, το μάλωνε, το ξελόγιαζε κι αυτό της έκανε όλα τα χατίρια. Κουβεντούλα, όμως, και μάλιστα ψιλή, έπιανε και με τους πελάτες.
Τα πρωινά που τηλεφωνούσαν να παραγγείλουν τους παράσερνε στο μουχαμπέτι. Τους ρωτούσε τι τραβάει η όρεξή τους και τους περνούσε από λεπτό κόσκινο για το χθεσινό πιάτο. Ηταν σωστό στο αλάτι; Ηθελε λιγότερο πιπέρι; Ανίχνευε τα γούστα τους και πάσχιζε να τα ικανοποιεί χωρίς να ενοχλούνται οι υπόλοιποι.
Τους ψυχογράφησε συν τω χρόνω. Εντόπισε τους λαίμαργους, τους φαγάδες, τους κοιλιόδουλους, τους λιτοδίαιτους, τους εκλεκτικούς, τους αδιάφορους, τους υποχόνδριους και τους περιποιόταν αναλόγως. Σ’ έναν μήνα η επιχείρηση είχε στηθεί μερακλαντάν.
Η Αντιγόνη ετοίμαζε δύο φαγητά καθ’ εκάστην, κατόπιν συνεννοήσεως ασφαλώς, από ένα μενού που περιελάμβανε τα πάντα: όσπρια, λαχανικά, πουλερικά, κόκκινα κρέατα, ψάρια, θαλασσινά. Τα λαδερά κι οι εντράδες της είχαν τρελό σουξέ, το ίδιο τα ατζέμ πιλάφια κι οι μακαρονάδες της.
Μόλις συμπλήρωσε τριάντα πέντε ονόματα στον κατάλογο των πελατών, τους παρακάλεσε να μην τη συστήσουν σε άλλους. Δεν επιθυμούσε να παραδίδει πολλές μερίδες. Ειδάλλως διακινδύνευε την ποιότητα.
Εκτός απ’ τους δικηγόρους, με τις σπεσιαλιτέ της τέρπονταν οι κοπέλες του ατελιέ γραφιστικών τεχνών της γωνίας, οι λογιστές απέναντι, ο μουσάτος του φωτοτυπάδικου κι οι κομπιουτεράδες της οδού Μαυριάνου. Για τους λιχούδηδες της γειτονιάς η κουζίνα της Αντιγόνης συνιστούσε αναπάντεχη αποκάλυψη.
Μ’ ένα ταλιράκι τούς εξασφάλιζε εξαιρετικό σπιτικό φαγητό και δη σε μεγάλες ποσότητες. Οσοι πρόσεχαν τη διατροφή τους, ξεκοκάλιζαν το μισό το μεσημέρι και την ταράτσωναν με το ρέστο αργά την εσπέρα.
Την προστάτευαν ως εκ τούτου, κρατώντας μυστική την ύπαρξη του παράνομου μαγειρείου. Ωρες ήταν να φάει καμιά καταγγελία από θιγόμενο εστιάτορα και να τραβιέται με την Εφορία ή να οδηγηθεί στο αυτόφωρο. «Μ’ ένα τσούρμο συνήγορους στο πλευρό μου θα αθωωθώ πανηγυρικά» καλαμπούριζε εκείνη. (Συνεχίζεται)
