Ανήσυχη η Αντιγόνη Αχτσίδου, κάθεται πάνω σ’ αναμμένα κάρβουνα, στην αναπαυτική κατά τ’ άλλα πολυθρόνα, απέναντι από τον δικηγόρο Παναγόπουλο, φίλο του εκλιπόντος συζύγου της και συγκάτοικο στην πολυκατοικία της οδού Πιθαδάρη, όπου, αφότου μετακόμισε οικογενειακώς από πολλών ετών στα προάστια, στεγάζεται πια μόνο το γραφείο του. Τον ακούει θλιμμένη να διαψεύδει τις αμυδρές της ελπίδες ότι, μέσω της Δικαιοσύνης, θα μπορούσε ενδεχομένως να περισώσει μέρος του γλίσχρου της εισοδήματος.
«Επαιρνα 1.150 ευρώ, κυρ Αντώνη, κι έχουν απομείνει σχεδόν τα μισά. Φτάνουν τσίμα τσίμα για το νοίκι, τα πάγια και τα φάρμακα. Πώς θα ζήσουμε με τον Νικολή μου;». Ο έγκριτος νομικός αρκέστηκε να κουνήσει το κεφάλι. «Διαβάζω πως προσφεύγουν πολλοί στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ζητώντας να βγάλει παράνομες τούτες τις ανήκουστες περικοπές», συνέχισε η γυναίκα. «Υπάρχει περίπτωση να δικαιωθούν; Να ακολουθήσω κι εγώ; Εχει νόημα;».
Ο Παναγόπουλος της εξήγησε ότι το τσεκούρωμα των συντάξεων μπορεί να θεωρηθεί μεν αντισυνταγματικό, αλλά δύσκολα θα βρεθεί δικαστής να ακυρώσει αποφάσεις προσφάτως εκλεγμένης κυβέρνησης και κοτζάμ Ευρωπαϊκής Ενωσης. «Κάν’ το άμα θες, να σου φύγει το άχτι. Φοβάμαι, όμως, πως θα χάσεις χρόνο και χρήμα», πρόσθεσε κατηγορηματικά.
Φύσει αισιόδοξη η Αντιγόνη, δεν είχε πάει στο γραφείο να κλαφτεί. Ποτέ της δεν λιποψύχησε άλλωστε. Ακόμα και μετά το δυστύχημα, στάθηκε γρήγορα στα πόδια της, έστω και με την επικούρηση του «πι», στηρίζοντας παλικαρίσια τον ανήλικο γιο της. Η σύνταξη χηρείας ανήλθε στα 654 ευρώ τον μήνα και το αναπηρικό της επίδομα σε σκάρτο χιλιάρικο ανά δίμηνο, ποσά που της επέτρεπαν να τα βγάζει πέρα με όχι και τόσο αιματηρές οικονομίες.
Το 2011 ήρθε η πρώτη κατραπακιά και το φθινόπωρο του 2012 η τελειωτική· μνημονιακές όσο και μνημειώδεις. Πόντια στην απώτατη καταγωγή, δεν το ’βαζε κάτω ωστόσο. Εστυβε διαρκώς την γκλάβα της να βρει τρόπους να τα μπαλώσει.
Καθώς ο γείτονας τη βοηθούσε να σηκωθεί, κουδούνισε το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη του σύρματος φλυαρούσε χασοδίκης αντίδικός του, κατά τα φαινόμενα, με τον οποίο έπιασε ψιλό λακριντί στην ανιαρή και δυσκατάληπτη δικηγορική αργκό.
Προς το τέλος της, η συνδιάλεξη περιορίστηκε σε τετριμμένα ζητήματα της καθημερινής ζωής. «Παραγγέλνω απ’ το κουτούκι του Μπέσια, όμως δεν έχει μπέσα, νομίζω, ούτε αυτός. Τελευταία το φαΐ του είναι άνοστο», τόνιζε με απαρέσκεια, σχεδόν αηδιασμένος, ο Παναγόπουλος.
Η Αντιγόνη τούρλωσε τα αυτιά και ύψωσε τις κεραίες της. «Ετσι κάνουν όλοι. Είναι καλοί μέχρι να σε πιάσουν πελάτη. Επειτα σου πασάρουν τους κατιμάδες. Δυστυχώς δεν έχω να σου προτείνω κάτι ανεκτό», εξακολουθούσε να παριστάνει τον πολιτικό ενάγοντα.
Αίφνης φωτίστηκε το πρόσωπό της από μια εκκωφαντική λάμψη, που αντήχησε στο δωμάτιο, κάνοντάς τον να κατεβάσει το ακουστικό. «Βαρέθηκα να κάθομαι όλη μέρα στο σπίτι, κυρ Αντώνη μου. Τη μαγειρική μου την ξέρεις.
Αν μου φέρεις πέντ’-έξι της περιοχής, θα σας ταΐζω κάθε μέρα, να γλείφετε τα δάχτυλά σας. Κι εσύ τσάμπα». Αναπόλησε εκείνος τα ονειρικά τσιμπούσια ανήμερα των αγίων Νικολάου και Χαραλάμπους, γιορτή του άντρα της, τις παλιές καλές εποχές κι η γλώσσα του, υγρή, διέτρεξε λιχούδικα τα χείλη. «Δεν είναι καθόλου άσχημη η ιδέα σου, Αντιγόνη μου», συνηγόρησε. (Συνεχίζεται)
