Τύχη μπαμπέσα και σκληρή, τραγουδούσε άλλοτε ο Μπάμπης Γκολές. Το άσμα των Μιχάλη Σουγιούλ – Γιώργου Γιαννακόπουλου φωνογραφήθηκε στις αρχές του ’50 από το Τρίο Κιτάρα. Ξεχειλίζει νόημα το τελευταίο κουπλέ: «Εγώ κακό δεν σου ’χω κάνει/ όμως κι εσύ βαρυγκωμάς,/ φτάνει πουτάνα τύχη, φτάνει./ Μάνα μάς γέννησε κι εμάς». Ετσι αισθάνομαι απέναντι στη μοίρα εσχάτως και να με συμπαθάτε.
Ράγισε η καρδούλα μου μόλις πληροφορήθηκα τα καθέκαστα, καθότι είχα καταθέσει κι εγώ βιογραφικό για τη θέση, την οποία μου άρπαξε αδίκως μέσα απ’ τα χέρια προφανώς κάποια τρίτη εξαδέλφη αρραβωνιαστικιάς μπατζανάκη συριζαίου μετακλητού και αμετακλήτως εκλύτου. Μου την έφεραν πισώπλατα τα σόγια, πά’ να πει. 3.900 ευρώ σε δύο μήνες θα πάρει η αφιλότιμη για να επιμεληθεί τη μουσική που θα ακούγεται σε λεωφορεία, τρόλεϊ, τραμ και μετρό. Εγώ θα δεχόμουν με τα μισά.
Οι επιβάτες θα διασκέδαζαν τον πόνο τους με τις μεραγκλαντάν πενιές που είχα ετοιμάσει. Θα άρχιζα φυσικά με γλυκόπικρα για τους αργοπορημένους. «Εσούρωσα κι αργήσαμε, μα όσο και να φταίω/ περπάτα να προλάβουμε το τραμ το τελευταίο./ Περνούν πολύ μιζέρικα τα νιάτα μας τα έρμα/ αλλ’ άνοιξε το βήμα σου να φτάσουμε στο τέρμα./ Εμείς με τραμ πηγαίνουμε και άλλοι με ταξάρες/ για μας τα ντόρτια κι οι διπλές και γι’ άλλους οι εξάρες./ Ντράγκα ντρουγκ κι αν βρούμε θέση/ θα στρωθείς και θα σ’ αρέσει/ ντράγκα ντρουγκ κι αν βρούμε θέση/ λίγο απάνω σου θα γείρω, γιατί έχω γίνει φέσι./». Κώστας Χατζής και Σώτια Τσώτου η επόμενη επιλογή:
Λεωφορείο ο κόσμος. «Στα παλιά λεωφορεία ο καθένας μια ιστορία/ είν’ η φτώχεια εισιτήριο κι η ουρά ένα μαρτύριο./ Πρόσωπα χλομά σαν άστρα, σαν λουλούδια μαραμένα/ που τα κόψαν απ’ τη γλάστρα και τα στέλνουν ‘δω κι εκεί,/ χέρια βρόμικα και τίμια που αν δεν ξέρουνε να γράφουν,/ δώδεκα πανεπιστήμια έχουν βγάλει στη ζωή./ Στα παλιά λεωφορεία στριμωξίδι, φασαρία,/ και πικρή φιλοσοφία για την άδικη ζωή,/ μοιάζει, φίλε, αυτός ο κόσμος με παλιό λεωφορείο/ κι οι ανθρώποι ένα φορτίο που το σέρνει εδώ κι εκεί./ Δεν σ’ αντέχω άλλο κόσμε, πίκρα πίκρα σε μαζεύω,/ δε σ’ αντέχω άλλο κόσμε, κάνε στάση να κατέβω».
Επονται Θεοδωράκης, Αναγνωστάκης, Πανδής: « […] Στου φαναριού το φως γυαλίζει/ το κάθετο λεπτό λεπίδι/ αδιάφορο πελώριο φίδι/ το τραμ περνά και κουδουνίζει./ Και περνούσαν και περνούσανε τα τραμ/ νταραντατάμ νταραντατάμ». Ολίγος Λοΐζος, Ρασούλης και Βασίλης θυμίζουν διάλογο μεταξύ Θε…Αλέξη και καημένου Καμμένου: «Ηρωά μου, αίνιγμά μου/ και στο τρόλεϊ γείτονά μου/ ανθρωπάκο καθημερινέ/ σ’ έχω συνεταίρο/ για τα περαιτέρω/ ένοχε μαζί κι αθώε μου εαυτέ.
Ιάλεμος ακολουθεί για τους νταλκαδιασμένους των μεταμεσονύκτιων διαδρομών. Τόκας, Γράψας, Μητροπάνος: «Μια στάση εδώ να βγω στο δρόμο να χορέψω ένα ζεϊμπέκικο/ πάνω στην άσφαλτο και συ με ύφος ψεύτικο/ να με κοιτάζεις/ τάχα πως με λογαριάζεις (δις)/. Θα κάνω στάση στη διπλή γραμμή του δρόμου/ πόσο κοστίζει μια παράβαση του νόμου/ να σταματήσω θέλω την κυκλοφορία/ για να φωνάξω ότι πρόδωσες την πιο όμορφη ιστορία». Αυτό κολλάει παντού και ιδίως στην υπογραφή του τρίτου Μνημονίου. Θα δεκαπλασίαζε τα εισιτήρια ο ΟΑΣΑ με τέτοια τραγούδια. Ελπίζω να τα λάβει υπ’ όψιν η σφετερίστρια.
