Τα Εκατό Ερωτικά Σονέτα του Πάμπλο Νερούδα (1904-1973), που πέθανε σαν σήμερα, γράφτηκαν για τη μούσα και τρίτη σύζυγό του Ματίλντε Ουρούτια στο παραλιακό σπίτι της Ισλα Νέγρα, που ταυτίστηκε με την ποίησή του τόσο πολύ, ώστε εξακολουθούν να το επισκέπτονται γενιές και γενιές ερωτευμένων. Σχεδιάζουν στον φράχτη καρδιές με τα αρχικά τους και σκαλίζουν στροφές του επαναστάτη ποιητή. Τιμώντας τη μνήμη του, χαράσσουμε στο χαρτί τέσσερα απ’ αυτά τα δεκατετράστιχα σε μετάφραση Ηλία Ματθαίου, Εκδόσεις Γνώση:
Του Νότου η μπόρα πέφτει πάνω απ’ την Ισλα Νέγρα/ σα μια σταγόνα μόνη, διάφανη κι όλο βάρος/ τα κρύα του φύλλα ανοίγει να τη δεχτεί το πέλαγο/ κι η γη το υγρό μαθαίνει μιας κούπας πεπρωμένο.// Σ’ ένα φιλί σου δώσ’ μου, ψυχή μου, το γλυφό/ νερό των τελευταίων μηνών, το μέλι της στεριάς/ την ευωδιά που μούσκεψαν χιλιάδες χείλη τ’ ουρανού/ της θάλασσας την άγια υπομονή τον χειμώνα.// Κάποιος μας κράζει, ανοίγουν μονάχες τους οι πόρτες/ με τα τζάμια η βροχή βουερά κουβεντιάζει/ κατεβαίνει ο ουρανός αγγίζοντας τις ρίζες// κι έτσι υφαίνει ξεϋφαίνει το ουράνιο δίχτυ η μέρα/ με χρόνο, αλάτι, ψίθυρους, κατεβάσματα, δρόμους/ μια γυναίκα, έναν άντρα τον χειμώνα στη γη.
Δεν σε θέλω παρά γιατί σε θέλω/ μα απ’ το θέλω στο δεν θέλω πέφτω/ κι απ’ το καρτέρα, όταν δεν σε προσμένω/ περνώ απ’ το παγερό στο πυρωμένο.// Σε θέλω γιατί εσένα θέλω/ σε μισώ μα γι’ αγάπη σού προσπέφτω/ κι είν’ της αθώας αγάπης μου το μέτρο/ σαν τυφλός που αγαπά να μη σε βλέπω.// Το σκληρόψυχο του Γενάρη φέγγος/ την καρδιά μου θα σιγολιώσει εφέτος/ ανοίγοντάς μου στα κρυφά το στέρνο.// Μόνος στην ιστορία αυτή πεθαίνω/ και πεθαίνω απ’ αγάπη αφού σε θέλω/ σε θέλω αγάπη ώς το αίμα κι ώς το τέλος.
Συνήθισε να βλέπεις τη σκιά πίσω από μένα/ διάφανα να προβάλλουν τα χέρια σου απ’ την έχθρα/ λες και μες του πελάγου το πρωινό πλαστήκαν:/ το άλας σου ‘δωσε, αγάπη, κρυστάλλινες διαστάσεις.// Πονάει, πεθαίν’ η ζήλεια, σβήνει με το τραγούδι μου./ Ξεψυχάν ένας ένας οι άραχλοι καπετάνιοι της./ Λέω αγάπη κι ο κόσμος γεμίζει περιστέρια./ Κάθε μια συλλαβή μου την άνοιξη μάς φέρνει.// Τότε εσύ λουλουδάτη, καρδούλα αγαπημένη,/ μπροστά στα δυο μου μάτια με το φύλλωμα μοιάζεις/ τ’ ουρανού, ενώ σε βλέπω πάνω απ’ τη γη να γέρνεις.// Τσαμπιά μετεμψυχώνει στο πρόσωπό σου ο ήλιος/ κι αναγνωρίζω, βλέποντας ψηλά, τα βήματά σου./ Ματίλντε, αγαπημένη, διάδημα, καλώς ήρθες!
Ματίλντε, όνομα από κρασί ή φυντάνι ή πέτρα/ απ’ ό,τι η γη γεννάει κι ό,τι κρατάει/ λέξη που στ’ άξαιμά της ξημερώνει/ που σκάει το καλοκαίρι της στων λεμονιών το φέγγος.// Στ’ όνομα αυτό ξύλινα τρέχουν πλοία/ ζωσμένα από μελίσσια φωτιάς γαλάζιο σκούρο/ κι αυτά τα γράμματα είναι νερό ενός ποταμιού/ που στην καμένη ξεχειλάει καρδιά μου.// Ω ξέσκεπο όνομα κάτω από κάποιο αγιόκλημα/ καθώς η πύλη μιας στοάς αγνοημένης/ που με την ευωδιά συγκοινωνεί του κόσμου!// Κατάκλυσέ με με το πύρινό σου στόμα/ ψάξε με αν θες με τα νυχτιάτικά σου μάτια/ μα άσε με στ’ όνομά σου να πλέω και να κοιμάμαι.
