Δώδεκα αδέλφια ορφανά παίρνουν δρόμο και στρατί να βρουν την τύχη τους και κατά κακή τους σύμπτωση πέφτουν πάνω στον Δράκο. «Πού πάτε ορέ καλόπαιδα;» τα ρωτά. «Δουλειά γυρεύουμε» αποκρίνεται ο μικρότερος, ο Τσιρτσώνης, μια πιθαμή στο μπόι μα με μυαλό ξουράφι. «Και δεν έρχεστε στο περιβόλι μου;». Πήγαν. Ο ένας τσάπιζε, ο άλλος κλάδευε, ο τρίτος πότιζε. Το μεσημέρι δίνει τ’ αφεντικό γραφή στον μπόμπιρα να την πάει στη Δράκαινα.
Ραδιουργία μυρίστηκε ο τετραπέρατος Τσιρτσώνης που διάβαζε βουλωμένο φάκελο. Αντί να μαγειρέψει τον ίδιο λεμονάτο με πατάτες, καθώς όριζε ο κύρης της, διόρθωσε το γράμμα και την έβαλε να ψήσει το παχύτερο αρνί τους με μανέστρα γιουβέτσι. Στον λαιμό τού ‘κατσε του δράκοντα. «Εννοια σου και θα το μετανιώσεις» ψιθύριζε όσο μπουκωνόταν ανόρεχτα. Βάζει το βράδυ άσπρα σεντόνια στα κρεβάτια των θυγατέρων του και μαύρα στων ορφανών. Πονηρεύτηκε όμως ο Τσιρτσώνης και τ’ άλλαξε.
Αχάραγα μπαίνει ο Δράκος στην κάμαρα και κάνει τις δρακοπούλες μια χαψιά. Γελούσε πίσω απ’ την κουρτίνα ο αίτιος, βγάζει φτερά στα ποδάρια και μια και δυο τρέχει στο σαράι του βασιλιά και ζητά γυναίκα τη μονάκριβη κόρη του. «Αν μου φέρεις Τσιρτσώνη το πάπλωμα του Δράκου, τότε μάλιστα» απαντά ο μέλλων πεθερός. Χίλια κουδούνια ήταν ραμμένα πάνω στο σκέπασμα, πώς να το κλέψει χωρίς ν’ ακουστεί; Στύβει την γκλάβα του ο κοντοπίθαρος, ώσπου θυμήθηκε τη γριά ποντικίνα που γλίτωσε κάποτε απ’ τα νύχια ενός γάτου παπουτσωμένου.
Και ‘κείνη προσφέρθηκε να τον βοηθήσει μετά χαράς. Μόλις άρχισε ο Δράκος να ροχαλίζει, βγήκε φαμελικώς απ’ την τρύπα της και σφαλούσαν ένα ένα τα καμπανέλια με μπαμπάκι δυο στρέμματα που τους προμήθευσε ο Τσιρτσώνης. Σαν τέλεψε η δουλειά, ο πανούργος που παραφύλαγε στον οντά, ζαλώθηκε το κιλίμι στον ώμο κι έγινε μπουχός. «Πάντρεψέ με τώρα» έκανε του βασιλιά, απιθώνοντάς το στα πόδια του.
Ο άναξ ωστόσο του ‘βαλε κι άλλες δοκιμασίες. Ηθελε, βλέπεις, να δώσει το κορίτσι στο γενναιότερο παλικάρι και δεν του γέμιζε το μάτι ο αυτόκλητος αρραβωνιάρης. Με παρόμοια σατανικά τεχνάσματα ο Τσιρτσώνης τού κουβάλησε τ’ άλογο του Δράκου, τη χρυσή του κούπα και στο τέλος αυτοπροσώπως τον ιδιοκτήτη τους καρφωμένο σε ξύλινο κασόνι. «Την Κυριακή ετοιμάσου για τον γάμο» είπε ευχαριστημένος ο μονάρχης. «Μα πρώτα ν’ ανοίξουμε το κιβώτιο να δούμε τα μούτρα του Δράκου. Με τρώει η περιέργεια».
Σύγκρυο έπιασε τον γαμπρό. «Θα σας κατασπαράξει ζωντανούς» προειδοποίησε και κρύφτηκε με τη βασιλοπούλα στη σοφίτα. Εγιναν καταπώς τα μάντεψε ο Τσιρτσώνης, που παντρεύτηκε ύστερα την καλή του, χρίστηκε βασιλιάς κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Αυτά στα παραμύθια. Γιατί στ’ αλήθεια μάς έλαχε των γκαντέμηδων αντί Τσιρτσώνης Τσιπρόνης και μη χειρότερα. Την αφήγηση απολαύσαμε από τη Νάγια Οικονομοπούλου με μουσική υπόκρουση του Γιάννη Ρασούλη στο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Ζάππειο την Παρασκευή και τη μεταφέρουμε συνοπτικά, ελαφρώς παραλλαγμένη στην κατακλείδα. Η ταυτωνυμία του ήρωα με τον καλό συνάδελφο και παλιόφιλο Τάκη Τσιρτσώνη δεν μοιάζει και τόσο συμπτωματική.
