Μια Φαληριώτισσα στο Υπερωκεάνιο, ήταν ο τίτλος του σημειώματός μας σαν σήμερα πριν από τρία χρόνια.
Το θυμήθηκα ατενίζοντας προχθές απ’ το κατάστρωμα του πλοίου της γραμμής τα Φάληρα, την Καστέλα, την Πειραϊκή και του Καραϊσκάκη, περιοχές στις οποίες μεγαλούργησε το ρεμπέτικο.
Μοναχός στην Αθήνα Αύγουστο μήνα, πρέπει από κάπου να πιαστείς για να επιβιώσεις.
Κι οι δυο λατρεμένες μορφές που άλλαξαν τον πολιτισμό μας, με οδηγούν στο ασφαλέστερο καταφύγιο.
Παρότι σύγχρονοι, δεν συναντήθηκαν ποτέ, ωστόσο η μοίρα τούς επεφύλασσε άλλου τύπου συναπαντήματα.
Ο ένας γεννιέται στην Κίο της Μικράς Ασίας στα 1914. Χάνει τον πατέρα του πολύ νωρίς.
Μολαταύτα περνάει ευτυχισμένα παιδικά χρόνια με τη μάνα του και τη γιαγιά του σ’ ένα ζεστό, αρχοντικό περιβάλλον. Εγκαθίσταται στα οκτώ πρόσφυγας σε μια ξύλινη παράγκα στις Τζιτζιφιές και ζει μες στην απόλυτη ένδεια και την καταφρόνια.
Από πιτσιρίκι στο μεροκάματο, βρίσκει ανακούφιση στον αθλητισμό και τη μουσική.
Ρουμανία. Στη Βράιλα το 1901 βλέπει το φως πρώτη φορά ο άλλος.
Γόνος εφοπλιστικής οικογένειας διάγει τον ταραχώδη βίο του στις Κηφισιές και τα Παρίσια.
Σπουδάζει φιλοσοφία και αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο King’s College του Λονδίνου.
Στη γαλλική πρωτεύουσα συνδέεται με τον Αντρέ Μπρετόν και τον κύκλο των σουρεαλιστών και εντρυφά στην ψυχανάλυση δίπλα στον Ρενέ Λαφόργκ.
Φασκελώνει την ώς τότε γνωστή ποίηση ο Ανδρέας Εμπειρίκος, διότι περί του Εμπειρίκου πρόκειται, εκδίδοντας στα 1935 την «Υψικάμινο» που αποτελεί τομή στα ελληνικά γράμματα και ο Γιάννης Παπαϊωάννου, το προσφυγάκι από την Προποντίδα, γραμμοφωνεί την ίδια χρονιά την αθάνατη «Φαληριώτισσα», ξέρετε: «σουρωμένος θα ‘ρθω πάλι στην παλιά μας γειτονιά, να σου παίξω μπουζουκάκι μ’ όμορφη διπλοπενιά».
Πρόκειται για ιδιοφυές τραγούδι, το πρώτο με διφωνίες (πρίμο-σιγόντο), που δίνει νέα πνοή στο ρεμπέτικο, καθιερώνοντας τη λαϊκή καντάδα.
Ενδεχομένως ο Παπαϊωάννου δεν είχε καν ακούσει περί υπερρεαλισμού. Η ζωή και το έργο του όμως είναι εντελώς σούρεαλ.
Ψαράς με τον φίλο του Αντρέα Ζέππο, μαραγκός, οικοδόμος, τερματοφύλακας του Φαληρικού -προγόνου του Εθνικού Πειραιώς- και «το καλύτερο παιδί που υπάρχει πάνω στη γη», σύμφωνα με τον Χιώτη.
Μάγκας υπό την έννοια των καθαρών εξηγήσεων, εμβληματικός μπουζουξής και συνθέτης εκπληκτικών τραγουδιών με προσωπικό, ιδιαίτερο στιλ και συγκλονιστικές ερμηνείες, δεν θα άφηνε ασυγκίνητους τους Λοτρεαμόν, Αραγκόν, Ελιάρ και Απολινέρ.
Αν γνώριζαν τις εμπειρίες του στα πάλκα και τους τσαμπουκάδες του στον Πειραιά του Μεσοπολέμου, θα του αφιέρωναν τόμους.
Στις 3 Αυγούστου 1972 πριν το χάραμα, ο Παπαϊωάννου σκοτώνεται σε αυτοκινητικό στο Νέο Ικόνιο πηγαίνοντας απ’ το μπουζουκάδικο στο εξοχικό του στην Κούλουρη.
Τρία χρόνια αργότερα, στις 3 Αυγούστου 1975, μπαίνει για τελευταία φορά στο Υπερωκεάνιο από το σπίτι του στην Κηφισιά ο Ανδρέας Εμπειρίκος, χτυπημένος από καρκίνο του πνεύμονα.
Ως εκ τούτου δυο λαμπροί ήλιοι φωτίζουν τον σημερινό ουρανό, με κάτι ψιλές βροχοπτώσεις στα ηπειρωτικά.
