Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ Εκοψα το κεφάλι μου/ το ‘βαλα σ’ ένα πιάτο/ και το πήγα στο γιατρό μου.// – Δεν έχει τίποτε, μου είπε,/ είναι απλώς πυρακτωμένο/ ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε.// Το ‘ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους/ τότε είναι που χάλασε τον κόσμο/ άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια/ να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει.// Το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου/ γύριζα έξαλλος τους δρόμους/ με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή.

ΕΙΔΑΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ απ’ την αλλόκοτη σκοπιά της οργής και του πάθους τα εξαγωνομετρικά μάτια που σφαλίστηκαν σαν σήμερα το 2005. Επί εβδομήντα χρόνια προηγουμένως επιδίδονταν σε οδυνηρά μακροβούτια στους απροσπέλαστους ποταμούς της ύπαρξης. Κάρφωσαν έπειτα τα λασπωμένα νερά τους στο χαρτί κι έγδαραν τις ψυχές μας. Ο λόγος για τον Μίλτο Σαχτούρη και την ποίησή του.

Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Δεν έχω γράψει ποιήματα/ μέσα σε κρότους/ μέσα σε κρότους/ κύλησε η ζωή μου.// Τη μιαν ημέρα έτρεμα/ την άλλην ανατρίχιαζα/ μέσα στο φόβο/ μέσα στο φόβο/ πέρασε η ζωή μου.// Δεν έχω γράψει ποιήματα/ δεν έχω γράψει ποιήματα/ μόνο σταυρούς/ σε μνήματα/ καρφώνω.

«ΚΕΡΔΙΣΑ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ πράγματα από τον υπερρεαλισμό, αλλά ποτέ δεν ήμουν καθαρόαιμος υπερρεαλιστής. Εχω οφειλές παντού και κυρίως στις μεγάλες ξένες λογοτεχνίες. Οι νέοι παίρνουν αίμα από τους παλιούς και προχωρούν τον δρόμο τους – εννοείται οι νέοι που έχουν ταλέντο, γιατί οι άλλοι, οι κακοί, απλώς μιμούνται» λέει ο ίδιος.

Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ Και νά που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος/ στον Πόρο/ τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα/ τσιγάρα να καίνε σαν κεριά/ γύρω γύρω στα τραπέζια/ τσιγάρα πάνω στις καρέκλες/ τσιγάρα παντού/ κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε./ Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος/ τα μάτια του να καίνε./ – Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;/ εσύ πάντα πήγαινες στην Ανδρο./ – Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα/ στην Υδρα, γιατί στον Πόρο;/ Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο/ το φοβερό γέλιο του·/ πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια/ ένα σύννεφο σπουργίτια/ πέρα απ’ το θάνατό του.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ Καημένε Νίκο/ τι ζωή ήταν κι αυτή/ κατατρεγμένος από τους Κατσιμπαλήδες/ οι πλούσιοι φτύναν πάνω στη φτώχεια σου/ όμως εσύ καλά έκανες/ έπινες τα ουζάκια σου/ κι όλους αυτούς τους μούντζωνες/ και πριν να φύγεις/ πρόφτασες κι αρπάχτηκες/ από ένα κάτασπρο σύννεφο/ από ψηλά τώρα από το σύννεφο αυτό/ κοιτάζεις/ την αθανασία σου.

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΙΡΕΣ Στο καφενείο/ έρχεται ο χοντρός νονός μου/ με τις λίρες/. Ούτε μια δεν είναι για σένα, λέει/ γιατί δεν έγινες ο βαφτιστικός μου/ που περίμενα./ Τότε λέω κι εγώ στο γκαρσόνι, πλάι μου/ – Φέρε μου ένα φλιτζάνι με μελάνι.