ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Θα πάρω μιαν ανηφοριά/ θα πάρω μονοπάτια/ να βρω τα σκαλοπάτια/ που πάν’ στη Λευτεριά./ Θ’ αφήσω αδέλφια, συγγενείς,/ τη μάνα, τον πατέρα/ μες στα λαγκάδια πέρα/ και στις βουνοπλαγιές./ Ψάχνοντας για τη Λευτεριά/ θα ’χω παρέα μόνη/ κατάλευκο το χιόνι,/ βουνά και ρεματιές./ Τώρα κι αν είναι χειμωνιά,/ θα ’ρθεί το καλοκαίρι/ τη Λευτεριά να φέρει/ σε πόλεις και χωριά». Στις 5 Δεκεμβρίου 1955 οι μαθητές της Ε’ τάξης του Γυμνασίου Πάφου βρίσκουν τους παραπάνω στίχους στο θρανίο ενός από τα πιο αγαπημένα παιδιά της τάξης, που απουσιάζει.

Αντί για δικαιολογητικό, το ποίημα καταλήγει στο εξής κατατοπιστικό όσο και προφητικό σημείωμα: «Παλιοί συμμαθηταί, αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μην τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του. Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό μονάχα». Οι υπολογισμοί του Παλληκαρίδη, διότι ασφαλώς περί του Ευαγόρα πρόκειται, λαθεύουν μόνο δύο μήνες. Απαγχονίζεται σαν σήμερα το 1957 από τους Αγγλους, που τον θάβουν στα Φυλακισμένα Μνήματα, στον στενό πίσω περίβολο των φυλακών της Λευκωσίας, κρυφά, όπως έκαναν με άλλους 12 αγωνιστές της ΕΟΚΑ, τρέμοντας τα συλλαλητήρια στα οποία θα μετατρέπονταν κηδείες τους.

Ριζοσπαστικό στοιχείο από πιτσιρικάς. Τον Ιούνη του 1953, οι πολυήμεροι εορτασμοί για τη στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ προγραμματίζονται στην Πάφο με επίκεντρο το Ιακώβειο Γυμναστήριο. Η νεολαία αντιδρά και διαδηλώνει. Ο Ευαγόρας σκαρφαλώνει στον ιστό, κατεβάζει και σκίζει τη βρετανική σημαία. Συλλαμβάνεται, αλλά αφήνεται ελεύθερος λόγω ηλικίας. Είναι μόλις 15 χρόνων.

Ρίγη προκαλεί ο λόγος που δεν του ρίχνουν στο ψαχνό, καθώς έχουν διαταγή να μη λερώσουν με αίμα τη σεπτή τελετή. Ο πόθος της Ενωσης με την Ελλάδα φλογίζει τις καρδιές των Κυπρίων – πού να ’ξεραν οι καψεροί! Ο Παλληκαρίδης συγκαταριθμείται στους πιο ενεργούς. Το αντάρτικο της ΕΟΚΑ μαίνεται στα βουνά και εκείνος εντάσσεται στους πυρήνες των πόλεων. Οργανώνει μαθητικές πορείες αντιπερισπασμού, στη δυναμικότερη των οποίων συλλαμβάνεται ξανά με την κατηγορία ότι πρωτοστατεί σε δημόσιες οχλαγωγίες.

Ορίζεται στις 6 Δεκεμβρίου 1955 η δίκη του. Την παραμονή βγαίνει στο κλαρί με άκρως ποιητικό τρόπο. Τον Δεκέμβριο του ’56, καθώς μεταφέρει τρόφιμα και οπλισμό, πέφτει σε αγγλική περίπολο. Δεν καταφέρνει να διαφύγει. Δικάζεται στις 25 Φεβρουαρίου αντιμετωπίζοντας τη θανατική ποινή. «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ο,τι έκαμα το έκαμα ως Ελλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτ’ άλλο» λέει στην απολογία του.

Συνεγείρει το μήνυμά του από τη φυλακή: «Θ’ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ισως αυτό να ’ναι το τελευταίο μου γράμμα. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Ολοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα». Είναι μόνο 19 χρόνων. Το πάθος του για λευτεριά τού χαρίζει την αθανασία. Σαν τους διακόσιους της Καισαριανής. Οπως τον επίσης απαγχονισθέντα από τους Αγγλους 25χρονο συναγωνιστή του Ανδρέα Ζάκο, τα τελευταία λόγια του οποίου φανερώνουν μεγαλείο ψυχής: «Η ώρα του θανάτου πλησιάζει, μα στην ψυχή μας φωλιάζει η ηρεμία. Αυτή τη στιγμή ακούμε την ηρωική Συμφωνία του Μπετόβεν».