Την Πρωτοχρονιά του 1992 παρέα επιστήθιων φίλων ταξιδέψαμε στην Αλβανία από περιέργεια να δούμε πώς είναι άραγε η μόνη χώρα στην οποία καταργήθηκε ολοκληρωτικά, ήδη από το 1971, η ατομική ιδιοκτησία. Οι ταλαίπωροι γείτονες δεν είχαν προλάβει να βιώσουν στο πετσί τους τα ευεργετήματα της δημοκρατίας και του καπιταλισμού, καίτοι είχαν μόλις γκρεμίσει από τα βάθρα τους τα αγάλματα των Ιωσήφ Στάλιν και Εμβέρ Χότζα. Κυβερνούσε ακόμη υπό προθεσμία ο Ραμίζ Αλία με τον εκλεκτό της Δύσης Σάλι Μπερίσα, προσωπικό γιατρό του Εμβέρ τις ένδοξες εποχές, να καιροφυλακτεί στη γωνιά.
Ακούγαμε εμβρόντητοι τον «νούμερο τρία» στην ιεραρχία του Δημοκρατικού Κόμματος, ο οποίος μας κυνηγούσε με το δίκαννο να μας παραχωρήσει συνέντευξη, να εξηγεί το ευφυές τους σχέδιο για τη μετάβαση από το ένα σύστημα στο άλλο: «Θα κάνουμε ό,τι μας πουν οι Αμερικανοί. Αυτοί ξέρουν», έλεγε με ανυπόκριτη σιγουριά το άλλοτε προβεβλημένο στέλεχος του υπό κατάρρευση καθεστώτος. Κατόπιν αυτού, ουδόλως απορήσαμε για τα δεινά που βρήκαν τον δύσμοιρο τόπο τα επόμενα χρόνια.
Φαιά εντύπωση μας προξένησαν, μολαταύτα, τα χιλιάδες πολυβολεία που ξεφύτρωναν στα πιο απίθανα σημεία σε ολόκληρη την ενδοχώρα, χτισμένα τους καιρούς της παντοκρατορίας του Χότζα για την αντιμετώπιση φανταστικών εχθρών. Αλλά και τα ουκ ολίγα ιταλικά νεκροταφεία, στα οποία ήταν θαμμένοι οι σκοτωμένοι στον Πόλεμο του ’40 φαντάροι του Μουσολίνι. Επρόκειτο για περιποιημένους χώρους με φρεσκοβαμμένους μαντρότοιχους, κουρεμένο γρασίδι, παρτέρια με λογής λογής λουλούδια, απαστράπτοντα μάρμαρα και αναμμένα καντήλια, που μαρτυρούσαν καθημερινή ανθρώπινη φροντίδα. Τσιτώσαμε τις κεραίες μας, όμως αντίστοιχα ελληνικά δεν είδαμε πουθενά. Κάποιοι απ’ την ομήγυρη, εμφανώς ενοχλημένοι από τις ανήκουστες διακρίσεις, παραπονέθηκαν εντόνως στον Βορειοηπειρώτη δάσκαλο που εκτελούσε χρέη ξεναγού και διερμηνέα. «Αυτά που βλέπετε τα έφτιαξε το ιταλικό κράτος πριν από πολλά χρόνια και πληρώνει συστηματικά για τη συντήρησή τους», αποκρίθηκε. «Εάν νοιαζόταν και το ελληνικό κράτος, να είστε σίγουροι ότι θα υπήρχαν και δικά σας».
Ολοφύρονται τάχα, χύνοντας κροκοδείλια δάκρυα, ο πρωθυπουργός και ακραίοι συνένοικοί του στη δεξιά πολυκατοικία για το Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη που περιποιεί ύψιστη τιμή σε όσους πρόσφεραν το αίμα τους στην πατρίδα. Του κάθισε, φαίνεται, στο στομάχι η πρόσφατη νικηφόρα απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι, όπως του κάθεται δυο χρόνια τώρα η αναγραφή των ονομάτων των νεκρών στα Τέμπη, που θυμίζει κάθε μέρα στο πανελλήνιο τις εγκληματικές ευθύνες της κυβέρνησής του στην τραγωδία. Για να σώσει το τομάρι του, λοιπόν, σκοπεύει να κατεβάσει στρατό α λα Τραμπ στο Σύνταγμα μπας και τον γλιτώσει από τις διαμαρτυρίες και την οργή του κόσμου, όπως έβγαζε το ιππικό απ’ τ’ αδιέξοδα τον Λούκι Λουκ.
Ιδιαζόντως υποκριτής, δεν κόπτεται ποσώς για τους ηρωικούς πεσόντες των εθνικών αγώνων. Αν τον ενδιέφεραν και στο ελάχιστο θα προγραμμάτιζε, έστω και με απευθείας ανάθεση –να φάνε το καταπέτασμα οι συν αυτώ–, να τους στήσει μνημεία στον τόπο όπου θυσιάστηκαν. Συγχωριανός και πολύτιμος φίλος έδωσε προ ετών δείγμα DNA, προκειμένου να εντοπίσει σε κοινοτάφιο το λείψανο θείου του που έπεσε μαχόμενος στα αλβανικά βουνά το ’40. Θα φρίξετε αν ακούσετε τα προσκόμματα που έθεσε στον ίδιο και σε πολλούς ακόμα η ελληνική γραφειοκρατία. Αλλά, αυτοί είναι, που λέει κι ο Κουτσούμπας.
