Ανταμώνουν στην Γκιώνα στις αρχές Σεπτεμβρίου 1942 οι δυο ανταρτοομάδες που ’χουν συσταθεί το καλοκαίρι στη Σπερχειάδα και την Παρνασσίδα, έπειτα από μουλαρίσια επιμονή του Αρη να βγουν στο κλαρί να αναμετρηθούν με τον κατακτητή. Συγκαταριθμούν καμιά τριανταριά άντρες, τσάτρα πάτρα οπλισμένους με αραβίδες και πέντ’-έξι αυτόματα Τόμσον, λίγες χειροβομβίδες Μιλς, ένα οπλοπολυβόλο και έξι-εφτά περίστροφα που μάζεψαν μόλις απ’ όσα δέματα των συμμαχικών ρίψεων της προηγούμενης νύχτας καταφέρνουν να εντοπίσουν στις γύρω κακοτράχαλες ρεματιές. Βρίσκουν και κάμποσα άρβυλα –είδος πρώτιστης ανάγκης για τους σχεδόν ξυπόλητους αγωνιστές–, για κακή τους τύχη ωστόσο είναι όλα δεξιά. Ποιος ξέρει σε ποια απάτητη πλαγιά βρίσκεται το δέμα με τα ταίρια τους! Πέριξ τσοπαναραίοι τους ειδοποιούν το απόγευμα πως μια φάλαγγα πενήντα περίπου Ιταλών με εφτά-οχτώ μεταγωγικά ζώα έχει ξεκινήσει απ’ την Αμφισσα με προορισμό το πεδίο των ρίψεων.
Ροβολούν τον κατήφορο οι αντάρτες αποφασισμένοι να τους στήσουν καρτέρι. Διαλέγουν τον τόπο της ενέδρας κι αρχίζουν να φτιάχνουν οχυρές θέσεις στα κατσάβραχα. Ιδανική περίσταση να πάρουν το βάπτισμα του πυρός. Εως τώρα μπαίνουν ένοπλοι στα χωριά με σημαίες και τραγούδια, αφοπλίζουν τους χωροφύλακες –όπου υπάρχουν–, αναπτερώνουν το καταρρακωμένο φρόνημα των κατοίκων με τους πύρινους πατριωτικούς λόγους του Αρη, καταργούν ντε φάκτο τις κατοχικές αρχές και δημιουργούν τους πρώτους πυρήνες της αυτοδιοίκησης. Δεν έχουν ακόμη σταυρώσει ντουφεκιά με τις δυνάμεις κατοχής και δεν έχουν σκοπό ν’ αφήσουν την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη. Πληροφορούνται εν τω μεταξύ πως οι Ιταλοί σταμάτησαν στη Ρεκά, ξεφόρτωσαν τα ζώα και στήνουν αντίσκηνα να περάσουν εκεί τη νύχτα. Κι αποφασίζουν να τους πιάσουν στον ύπνο.
Η απόσταση που τους χωρίζει δεν είναι μικρή κι η επίπονη νυχτερινή πορεία στον βραχότοπο τη μεγαλώνει. Μολαταύτα φτάνουν στην ώρα τους. Ο Αρης χωρίζει το τμήμα σε τρεις ομάδες και μοιράζει τους Καραλιβαναίους, που ξέρουν την περιοχή σπιθαμή προς σπιθαμή, και στις τρεις. Κυκλώνουν για τα καλά τον εχθρό και λουφάζουν στις θέσεις τους περιμένοντας. Διακρίνουν με το πρώτο φως τις σκιές του μάγειρα και του σκοπού που ανάβουν φωτιά για το πρωινό ρόφημα. Την πρώτη τουφεκιά τη ρίχνει ο Αρης. Είναι το σύνθημα της επίθεσης. Αντιβουίζουν τα βουνά απ’ τα ασταμάτητα πυρά και τον δαιμονισμένο θόρυβο των χειροβομβίδων. Κάποιοι Ιταλοί βγαίνουν ξεβράκωτοι απ’ τις σκηνές και δοκιμάζουν εις μάτην να προβάλουν αντίσταση. Επειτα από δυο-τρεις ριπές το οπλοπολυβόλο τους σιωπά.
Σημαία λευκή υψώνει ο επικεφαλής τους. Αιχμαλωτίζονται επτά –κατ’ άλλους δώδεκα– και μόνο δύο κατορθώνουν να γλιτώσουν τρέχοντας σαν λαγοί στον κατήφορο. Οι υπόλοιποι κείτονται νεκροί. Η σημαδιακή μάχη της Ρεκάς, η πρώτη του αντάρτικου, τέτοιες μέρες το 1942, τονώνει το ηθικό του κόσμου. Η δεύτερη στο Κρίκελλο Ευρυτανίας, τον Οκτώβριο, φουντώνει τον ένοπλο αγώνα κι ο Γοργοπόταμος, τον Νοέμβριο, τον μετατρέπει σε επιδημία. Ο Περικλής, απ’ τους πρωταγωνιστές στη Ρεκά, δίνει την ανθρώπινη διάσταση: «Ο σκοπός μας πέτυχε. Δεν μπορεί, όμως, να μείνει κανείς ασυγκίνητος μπροστά στο θέαμα τόσων πτωμάτων μέσα σε κείνο τον άγριο τόπο. Είδα επίσης κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Χαροπαλεύοντας ένας Ιταλός, την ώρα που ’βγαινε η ψυχή του, είχε πεταχτεί η φύση του σηκωμένη έξω απ’ το βρακί και εκσπερμάτωνε».
