ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενα χοχλίδ’ ερώτηξα κάτω στα Λιαρίδια/ πώς ήτονε και βρέθηκε μες στ’ άλλα τα χοχλίδια./ Κι είπε μου: «Δες με και θα δεις, ψάξε με και θα μάθεις/ ’γγίξε δαχτύλια απάνω μου α’ θες κοντά μου να ’ρθεις./ Βάλε με στη μπαλάμη σου, ’υραποΰρισέ με/ κι α’ μπιάνουνε τα μάθια σου, κάτσε και διάβασέ με./ Ξεφάνερα διαβάζεται η ζήση στο κορμί μου,/ πο’ βάστου και πο’ βρέθηκα, πώς είμαι και πώς ήμου./ Είχα καρδιά μαρμάρινια, φύτρα μαρμαριδένια/ κι ήζου στα χώματα του Ζα χωρίς σκοτούρας έγνοια./ Είπε μο’ «ω, που με θωρείς, ήμου μια μπέτρα πλούσα,/ μα φάασί με τα νερά, που με κατρακυλούσα./ Ω, κουτουλιές που τσ’ ήφαα κι αξαμπωθιές, θεέ μου,/ μα πώς ερημοβάσταξα σε ’φτό ντο πράμα πε μου./ Ω, και πο’ ν’ ήξερε γκανείς τ’ άρημα βάσανά μου,/ μες στη γκαρδιά του ποταμού τ’ αδικοσκότωμά μου./ Ω, κι ήντ’ αδικοσκοτωμός ηύρηκε ντο κορμί μου,/ δεν ήτονε καλύτερα ποτές μου να μην ήμου;».

Το 1980, σε ηλικία 63 ετών, η Ειρήνη Μάρκου, γνωστότερη εδώ στ’ Απεράθου της Νάξου με το προσωνύμιο Βοντορήνη, δημοσιεύει «Τα σαράντα χοχλίδια». Πρόκειται για ένα μακροσκελές ποίημα 7.994 ιαμβικών δεκαπεντασύλλαβων ομοιοκατάληκτων στίχων, που κεντρίζει αμέσως το ενδιαφέρον της κριτικής για τον χειμαρρώδη του λόγο και, κυρίως, για το ότι διασώζει αυτούσιες εκατοντάδες ομηρικές λέξεις, καθώς είναι γραμμένο στο απεραθίτικο ιδίωμα.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η ποιήτρια είναι μια απλή λαϊκή γυναίκα, που μετά βίας έχει τελειώσει το Δημοτικό και έχει φοιτήσει στις δυο πρώτες τάξεις του Σχολαρχείου τα δύσκολα χρόνια της νιότης της. Γεννιέται στ’ Απεράθου το 1917. Παντρεύεται δεκαέξι χρόνων, κατά τα ήθη της εποχής, και κάνει οκτώ παιδιά. Είναι αγρότισσα, υφάντρα, μαμή και, όταν ξενιτεύεται στην Αθήνα, εργάζεται ως παραδουλεύτρα για να αναστήσει τα βλαστάρια της.

«Ο πατέρας μου έβαζε την υπογραφή του με σταυρό. Δούλευε λιθοξόος και με την τέχνη του μας κουτσοσυντηρούσε. Εννιά νομάτοι που ’μαστε. Πάνε μακριά τα χρόνια εκείνα, μα δεν έσβησε η ταραχή της ψυχής μου, καθώς τον έβλεπα να κάνει την πέτρα να γελά» λέει η ίδια. «Ελεγα μέσα μου: Αν η νεκρή πέτρα μπορεί να μιλήσει, τότε τι να καρτερείς από τις λέξεις, που είναι ολοζώντανα κοριτσάκια; Κάπως έτσι ένιωθα, σαν άρχιζα να σκαλίζω στο μπακαλοτέφτερο. Κι αν ο γέρος μου δεν προκαλούσε τούτη τη σκέψη, δε θα ’πιανα μολύβι και χαρτί, παρά μόνο για να γράφω τα βερεσέδια μου».

Ιδού έτερο δείγμα γραφής: Του ποταμού ’πε γκάταρα, «άλι που να στερέψεις,/ να ξεραθείς και να χαθείς, να μη ξαναπορέψεις./ Που να μη ξαναδείς νερό να δέσει το κορμί σου,/ μα ήντα δύναμη ’ναι φτη πόχει η πέρασή σου./ Μα πού τα βρίσκεις τα νερά και πώς τ’ ανεμαζώνεις,/ πώς ρίχτεσαι και πιάνεσαι και κουτουλάς κι απλώνεις./ Ω, που να μη ξαναφανείς, κορμί να μη στεριώσεις,/ το ρυάκα που ’χεις και περνάς να μη ξανανερώσεις./ Μα με τη θάλασσα ’μοιαξες, μαζί τζη συγγενεύγεις/ κι απόθε αγγίξεις αφαιράς και παίρνεις και λιεύγεις;».

Χαρακτηρίζεται σύγχρονος θηλυκός Ομηρος. Τυπώνει άλλα πέντε βιβλία. Το «Ψάχω να δω μες στ’ άθωρο» αποτελείται από 18.000 στίχους. Αφήνει την τελευταία της πνοή στην Αθήνα τέτοιες μέρες το 2010. Με το έργο της ασχολούνται ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια στα οποία εκπονούνται δεκάδες διδακτορικές διατριβές.