Πρωτομηνιά σήμερα. Μπαίνουμε τυπικά στο καλοκαίρι, δείχνει το ημερολόγιο. Εδώ, στ’ Απεραθιού τα μέρη, ωστόσο, ο χειμώνας αντιστέκεται εισέτι· ιδίως τα βράδια. Δεν τη βγάζεις καθαρή δίχως πανωφόρι και η θαλπωρή του παπλώματος εκ των ων ουκ άνευ. Την εναλλαγή των μηνών, κοντεύει να γίνει έθιμο τα τελευταία χρόνια, προλογίζουν μεγάλοι μας ποιητές, μπας κι αποκτήσει βάθος και βάρος η πιο ανάλαφρη εποχή. Η επανάληψη λειτουργεί ως οξυγόνο στην ποίηση. Ιδού λοιπόν:
ΠΑΛΙΤΡΟΠΟΝ Θάρρος: ο ουρανός αυτός είναι/ Και τα πουλιά του εμείς/ όσοι άλλου δε μοιάζουμε/ Καταποντισμένη μέσα μας/ Θάλασσα δημητριακή με γαίες και αχανή βουστάσια/ Μόνος απ’ όξω απόμεινε ο ηλίανθος/ Αλλά ποιος είναι αυτός που περπατάει στον ήλιο/ Μαύρος όσο το φως πιο δυνατό;/ Θάρρος: ο άνθρωπος αυτός είναι/ ο Κύων που λένε αλλ’/ ο παραλίγο Αρχαλκυών/ Απλες αμάλαγες του Ιουνίου νομάδες άνεμοι/ Χαρακωμένα καστανά χώματα που ανεβήκαμε/ Διψασμένοι για λίγη λάμψη όρους Θαβώρ/ Αλλά τι να ’ναι αυτό που χαμηλά περνάει κι ανατριχιάζει/ Σαν άλλου κόσμου που έφτασε αεράκι;/ Θάρρος: ο θάνατος αυτός είναι/ Στην παπαρούνα την πλατιά/ και στο λιανό λιανό χαμομηλάκι. Ελύτης
ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΝΙΟΥ ’41 Βγήκε το νέο φεγγάρι στην Αλεξάνδρεια/ κρατώντας το παλιό στην αγκαλιά του/ κι εμείς πηγαίνοντας κατά την Πόρτα του Ηλιου/ μες στο σκοτάδι της καρδιάς – τρεις φίλοι./ Ποιος θέλει τώρα να λουστεί στα νερά του Πρωτέα;/ Τη μεταμόρφωση τη γυρέψαμε στα νιάτα μας/ με πόθους που έπαιζαν σαν τα μεγάλα ψάρια/ σε πέλαγα που φύραναν ξαφνικά·/ πιστεύαμε στην παντοδυναμία του κορμιού./ Και τώρα βγήκε το νέο φεγγάρι αγκαλιασμένο/ με το παλιό· με τ’ όμορφο νησί ματώνοντας/ λαβωμένο· το ήρεμο νησί, το δυνατό νησί, το αθώο./ Και τα κορμιά σαν τσακισμένα κλαδιά/ και σαν ξεριζωμένες ρίζες./ Η δίψα μας/ ένιππος φύλακας μαρμαρωμένος/ στη σκοτεινή πόρτα του Ηλιου/ δεν ξέρει να ζητήσει τίποτε: φυλάγεται/ ξενιτεμένη εδώ τριγύρω/ κοντά στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάντρου. Σεφέρης
3 ΙΟΥΝΙΟΥ 1951 «Θα περιμένω το αποτέλεσμα/ κάπου εδώ μπορεί να υπάρχω./ Η συντριβή, ο θάνατος,/ η απουσία ή τo φριχτό ξαναζωντάνεμα;/ Ο,τι κι αν είναι,/ γέφυρα, έπαλξη–/ εγώ τώρα υπάρχω./ Αυτή τη στιγμή υπάρχω./ Υπάρχω παντού./ Η μορφή μου πάνω στο πρόσωπό σου./ Η μορφή μου ξανασυνθεμένη στο πρόσωπό σου./ Ο χρόνος μου,/ οι μέρες μου,/ ήσαν γυμναί και ενεδύθησαν,/ τυφλαί και ανέβλεψαν./ Απουσιάζουν τώρα τα σκοτεινά ποτάμια του στήθους μου./ Αυτές οι επιστροφές της φωνής μου χάθηκαν./ Εγώ χωρίς το αδιαπέραστο τείχος μου,/ χωρίς το παγωμένο μου γέλιο./ Η κίνηση κυρίαρχη./ Τα δεσμά μου,/ εγώ,/ εσύ,/ η γέφυρα./ Κάποτε θα μιλήσουν για μας./ Σε ονομάζω παντοκράτορα./ Σε ονομάζω διοικητή επαρχιακής πόλεως./ Αγάπη – τίποτα άλλο». Κατσαρός
ΒΡΑΔΙΝΟΣ ΙΟΥΝΙΟΣ Ενας θάνατος είν’ ο θάνατος/ άλλος θάνατος είν’ η άκρη της ύλης./ Κι άλλος θάνατος, ο λευκότερος/ είν’ η άνοιξη της μη-ύλης./ Οποιος ακούει τον πρώτο θάνατο/ πεθαίνει στ’ αλήθεια./ Οποιος αγγίζει το δεύτερο θάνατο/ ζει./ Μα εκείνος που φτάνει στον τρίτο θάνατο/ μοιάζει να ’χει νικήσει·/ άνοιξη, όχι το έαρ, αλλά, το ν’ ανοίγεις: το δρόμο/ της μη-ύλης. Καρούζος
