ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ ΑΥΓΟΥΣΤΟ μήνα το 1936 από τους φασίστες του Φράνκο ακριβώς επειδή υπήρξε γνήσιος ποιητής, από κείνους που ξεβολεύουν το κατεστημένο. Εκτοτε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα έχει καταστεί παγκόσμιο σύμβολο ελευθερίας, εμπνέοντας χιλιάδες ομοτέχνους του ανά την υφήλιο. Μεταξύ τους αρκετοί δικοί μας. Ιδού δεινό δείγμα:
ΜΟΥΛΕΤΑ Δωρεάν η ζωή Φεδερίκο/ Γκαρθία Λόρκα δωρεάν ο θάνατος./ Αυτό το άλικο πανί δεν έχει πάντοτες/ αγαθή βεβαιότητα./ Είν’ ο Θεός που αμιγής εκτείνεται στο μαύρο/ πλήρως απών ή ανεικόνιστος./ Ομως εσύ μυρόεσσα Ισπανία – της Ευρώπης θερμότητα/ τι δόξα πρόσθεσες απ’ τη λαλιά του/ την άσπιλη/ σ’ ανελέητο ήλιο σ’ έναν ουρανό/ που πυραχτώνει διαμπερής αθωότητα…/ Ισπανία εσύ αυθεντία στο θάνατο./ Δωρεάν η όραση Φεδερίκο/ Γκαρθία Λόρκα δωρεάν η τυφλότητα. (Νίκος Καρούζος)
ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ Της νύχτας και του ανέμου Federico/ Garcia Lorca, πέφτει π έ ν τ ε η ώρα./ Τ’ άλογο πάει μιαν άδεια νεκροφόρα·/ στ’ αλώνι πολεμά ταύρος με λύκο.// Σε παίρνει η δημοσιά, για να σε βγάλει/ κει που η αστραπή κλωσσάει την αστραπή της./ Του φεγγαριού το πέταλο, μαγνήτης,/ σέρνει το ματωμένο σου κεφάλι// κουρέλια φασκιωμένο της παντιέρας./ Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας –/ και πού να είν’ εκείνο τ’ άσπρο σάλι/ που σου ’ριξε, όταν σ’ έπαιρναν, η νύφη;/ Σκυλί τρελό τα κόκαλά του γλείφει/ και σ’ άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι. (Χρήστος Μπράβος)
[ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1936] «Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Καμίνο ντε λα Φουέντε» …una acciόn vil y disgraciado (μια πράξη άνανδρη και απεχθής) Η τέχνη και η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:/ η τέχνη και η ποίηση μας βοηθούνε/ να πεθάνουμε// περιφρόνησις απόλυτη/ αρμόζει/ σ’ όλους αυτούς τους θόρυβους/ τις έρευνες/ τα σχόλια επί σχολίων/ που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν/ αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες/ γύρω από τις μυστηριώδεις κι αισχρές συνθήκες/ της εκτελέσεως του κακορίζικου του Λόρκα/ υπό των φασιστών// μα επιτέλους! πια ο καθείς γνωρίζει πως/ από καιρό τώρα/ –και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα–/ είθισται/ να δολοφονούν/ τους ποιητάς. (Νίκος Εγγονόπουλος)
FEDERICO GARCIA LORCA Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό/ και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι./ Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,/ τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι.// Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά/ και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου./ Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά/ κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ’ αχαμνά του.// Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά/ και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι./ Τραβέρσο ανάποδο – πορεία προς το βοριά./ Τράβα μπροστά –ξοπίσω εμείς– και μη σε μέλει.// Κάτω απ’ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές/ και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια./ Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές/ τότε που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στην μπόλια.// Ατσίγγανε κι αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;/ Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό./ Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω/ κι ίσα ένα αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.// Γυναίκες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξίδι./ Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά/ σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι/ μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τ’ ανοιχτά.// Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα./ Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά./ Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα/ και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά. (Νίκος Καββαδίας)
