Κοιτούσα έκπληκτος εμπρός μου την παρέλαση ασυνήθιστα πολλών σαγηνευτικών, γαλαζοπράσινων, γυναικείων ματιών και σκεπτόμουν πως, δεν μπορεί, γίναμε επιτέλους Ευρώπη. Επρόκειτο προφανώς περί σατανικής σύμπτωσης, καθώς γύρω μου χτυπούσε στιβαρά κουρντισμένη σε ήχο πλάγιο η καρδιά της αιώνιας Ελλάδας· αποκαλυπτόταν σε όλο της το μεγαλείο η ακαταμάχητη ψυχοσύνθεση της φυλής. Ξετυλίγω το νήμα: Επωφελήθηκα προχθές από την απεργία των διανομέων Τύπου για να τακτοποιήσω ορισμένες εκκρεμείς υποθέσεις μου. Μία απ’ αυτές ήταν να περάσω ΚΤΕΟ τη μοτοσικλέτα, κάτι που ‘χα στον νου μου όλο το καλοκαίρι και διαρκώς αμελούσα. Εξέλαβα λοιπόν ως θείο δώρο την κινητοποίηση των καρντάσηδων ανήμερα της καταληκτικής ημερομηνίας.
Το πρόστιμο καθυστέρησης εκτοξεύτηκε από την 1η Οκτωβρίου -καλό μήνα επί τη ευκαιρία- στα εκατόν πενήντα ευρώ κι η κλήση της Τροχαίας στα τετρακόσια. Η πρόσθεση των ως άνω ποσών -η αριθμητική της μιζέριας πα’ να πει- δημιουργεί την εξής αυταπάτη: Νιώθεις ευτυχής, σαν να κέρδισες αίφνης πεντακόσια πενήντα ολόκληρα ευρώπουλα, ενώ στην πραγματικότητα παίρνεις ρέστα ένα τάλιρο απ’ το τελευταίο σου πενηντάρι, ίσα-ίσα για ένα πακέτο τσιγάρα τα οποία πρέπει να καπνίσεις με φειδώ, έως ότου κατατεθεί στον λογαριασμό σου το δεκαπενθήμερο. Ξεμπέρδεψα νωρίς το πρωί με τους κοντινούς προορισμούς και προγραμμάτισα τον τεχνικό έλεγχο ύστερα απ’ το μεσημεριανό, εικάζοντας πως εκείνη την ώρα η προσέλευση θα ‘ναι αραιότερη.
Εφτασα στο Δαχτυλίδι της Κηφισίας στις τρεις, με αδικαιολόγητη άγνοια κινδύνου. Περίμενα, βέβαια, να συναντήσω ουρά, αλλά αυτό που αντίκριζα έμοιαζε με εφιάλτη. Δυο λωρίδες της κεντρικής αρτηρίας κι όλοι οι παράδρομοι κατακλύζονταν από αυτοκίνητα και κάμποσοι τροχονόμοι ματαιοπονούσαν να βάλουν σε τάξη τους επιλήσμονες και ανυπόμονους οδηγούς. Χρειάστηκα αρκετό χρόνο για να προσπελάσω το ασάλευτο καραβάνι και να βρεθώ στην είσοδο των εγκαταστάσεων, όπου δεκάδες παπιά και χιλιάρες, τσόπερ και σκούτερ, εντούρο και βέσπες συγκροτούσαν μια παράλληλη σειρά με τα εκατοντάδες τετράτροχα. Επειτα από μισής ώρας διαπληκτισμούς παρέδωσα τα κλειδιά στον πανικόβλητο υπάλληλο και κατευθύνθηκα στον γκισέ. Ο συνωστισμός προμήνυε πως θα μας πάρει το βράδυ. «Εδώ είναι Μπαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε, ρε! Τα κάνουμε όλα την τελευταία στιγμή γιατί έτσι γουστάρουμε» διάβαζες στα αγέρωχα μάτια ανδρών και γυναικών, τα δεύτερα περιέργως σε κυανές αποχρώσεις.
Οι άπλες και τα γρασίδια στο ΚΤΕΟ το συννεφιασμένο απομεσήμερο αποτελούσαν εύφορο έδαφος κοινωνικών συναναστροφών. Αντίκρισα ορθό, στην ανοιχτή πόρτα μιας κόκκινης κούρσας, παλιό, καλό φιλαράκι αμετανόητο ποδηλάτη. «Μόνο εδώ δεν περίμενα να σε δω» είπα σκωπτικά. Μου εξήγησε πως τον αγγαρεύει ο πατέρας του. Εκλεκτή συνάδελφος με χαιρέτησε από το παράθυρο ενός μικρού Φίατ και μια γειτόνισσα στο αυτόματο μηχάνημα του καφέ. Εκανα τσιγάρο σε υπαίθριο τραπεζάκι παρέα με συμπαθή τραπεζικό, αναγνώστη της «Εφ.Συν.». Μιλήσαμε για πολλά και ανακαλύψαμε ασφαλώς κοινούς γνωστούς. Αφιερώνω τούτες τις αράδες στον Γιώργο, την Κορίνα, την Ελένη, τον Παντελή, την Ασπασία, τον Βασίλη και όλους τους ολίγωρους και ολιγαρκείς καρτερικούς αντιπάλους του Καρτέσιου. Με πολλούς ανταλλάξαμε τηλέφωνα και δώσαμε ραντεβού σε δυο χρόνια ακριβώς, την ίδια μέρα και ώρα, στο όριο. Επέστρεψα στο σπίτι καλές οκτώ. «Πήγε στράφι η μέρα σου;» με ρώτησαν. «Κάθε άλλο» αποκρίθηκα. «Πέρασα ένα αλλιώτικο, ζεστό, γεμάτο απόγευμα». Αθάνατη Ελλάς!
