ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ/ το φεγγάρι τ’ Αυγούστου/ στο καλοκαίρι. Το χαϊκού του Νίκου Καρούζου ζωντανεύει τις εικόνες που απολαύσαμε προχθές σε πόλεις και ύπαιθρο, στρώνοντας το θαμπό χαλί του αποκαλόκαιρου. Αλλωστε, «Εγώ, όταν θα μεγαλώσω/ θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος», σύμφωνα πάντα με τον Καρούζο. Και, να, που ενίοτε τα όνειρα εκπληρώνονται. Καλό μήνα, λοιπόν, με στίχους γραμμένους για την αφεντιά του:
Ο ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1903 Τουλάχιστον με πλάνες ας γελιούμαι τώρα·/ την άδεια την ζωή μου να μη νιώθω.// Και ήμουνα τόσες φορές τόσο κοντά./ Και πώς παρέλυσα, και πώς δειλίασα·/ γιατί να μείνω με κλειστά τα χείλη·/ και μέσα μου να κλαίει η άδεια μου ζωή,/ και να μαυροφορούν οι επιθυμίες μου.// Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι/ στα μάτια, και στα χείλη τα ερωτικά,/ στ’ ονειρεμένο, το αγαπημένο σώμα./ Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι. Κωνσταντίνος Καβάφης
ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ Το φθινοπωρινό του φως λάμπει στα κρύσταλλα της πόλης/ καθώς σιγά σιγά το καλοκαίρι λιώνει/ Ετσι ταξίδεψα πολύ κατά τις δυτικές ακτές/ είδα τα σώματα γλυκόπιοτων κολυμβητών να φθίνουν/ κάτω απ’ τις λάμψεις του γκαζιού, τα είδα/ σε αμμουδιές από άσπρη πορσελάνη να νυχτώνουν/ Μα εγώ εκείνον θέλησα. Στην πόλη του ξαναγυρνώ/ στους πολυέλαιους της νύχτας ξαναρχίζω Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ Κι ήρθες ξανά κορμί/ με σάρκα θάλασσας που ανθίζει τον Σεπτέμβρη,/ γεύση-κρασί ψημένο στο βοριά/ κι ευώδιαζες πρωτόβγαλτο ψωμί/ από καινούργιο στάρι,/ μαγιάτικη δροσιά/ σαν στάζει στο χορτάρι/ κάθε σου μίλημα και χάδι και φιλί. Γιώργος Καραβασίλης
ΠΑΡΑΙΝΕΣΗ Να μη λυπάσαι που πέφτουν/ τα φύλλα φθινόπωρο./ Η δική σου τρυφερότητα θα τα φέρει/ και πάλι στα δέντρα./ Δάκρυα μη χαλνάς· όλοι ανήκουμε/ στην ανάσταση. Νίκος Καρούζος
ΜΠΟΡΑ Αιφνίδια μπόρα αρχές Σεπτέμβρη/ στον κήπο του παλαιού ξενοδοχείου./ Μυρίζει χώμα οργασμικό/ στη διψασμένη γη./ Πάμε να φύγουμε/ δεν έχουμε καμιά δουλειά εδώ. Γιάννης Βαρβέρης
ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΝ ΒΟΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΣΗ Τις μέρες τις γλυκές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμη/ βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η/ γεύσις των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους/ κήπους σκάνε τα ρόδια, και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες/ των λουλουδιών, και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι/ οι ιβίσκοι,/ όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων νυμφών/ κτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να ’ναι πάντα καλοκαίρι/ (γιατί όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος)/ αναγαλλιάζουν οι ψυχές,/ και ο Ερωτας, ο πιο ξανθός/ αρχάγγελος του Παραδείσου, βοά και λέγει/ στο κάθε που άγγιξε κορμί: Τα ρούχα πέτα, γδύσου./ Τίποτε μη φοβάσαι./ Εαρ, χειμώνας, θέρος –όπου κι αν είσαι–/ είναι η ρομφαία μου μαζί σου. Ανδρέας Εμπειρίκος
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΡΥΓΗΤΟΥ Το λέει ο πετροκότσυφας στο δροσερό τ’ αυλάκι,/ το λεν στα πλάια οι πέρδικες, στην ποταμιά τ’ αηδόνια,/ το λεν στ’ αμπέλια οι λυγερές, το λεν με χίλια γέλια,/ το λέει κ’ η Γκόλφω η όμορφη, το λέει με το τραγούδι:/ – Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο,/ δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω,/ να κάμω αθάνατο κρασί, μοσκοβολιά γιομάτο./ Μες στα κατώγια τα βαθιά σαν μόσχο να το κρύψω,/ να το φυλάξω ολάκερες χρονιές, ακέριους μήνες,/ ώσπου να ’ρθεί μιαν άνοιξη, να ’ρθει ένα καλοκαίρι,/ να γύρει από τη μακρινή την ξενιτιά ο καλός μου./ Να κατεβώ μες στην αυλή, να πιάκω τ’ άλογό του,/ να τον φιλήσω αγκαλιαστά στα μάτια και στο στόμα,/ να τον κεράσω, αμπέλι μου, τ’ αθάνατο κρασί σου,/ της ξενιτιάς τα βάσανα να παν, να τα ξεχάσει. Κώστας Κρυστάλλης
