ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ας φρόντιζαν κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης./ Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια/ όλα τα χρήματά μου τάφαγε:/ αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.//

Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην./ Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος/ (ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα·/ τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις)./ Aπό στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,/ κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων./ Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά./ Στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·/ κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:/ του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.//

Οθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα/ ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,/ την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.//

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω/ να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν’ η πρόθεσίς μου./ Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους–/ τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;/ αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.//

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,/ κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,/ θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό./ Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,/ πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.// Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.//

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη/ για το αψήφιστο της εκλογής./ Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.//

Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ./ Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ./ Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί/ να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό./ Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

Αφοπλιστικά επίκαιρες οι στροφές του κορυφαίου Αλεξανδρινού –όχι τόσο γιατί ο Κωνσταντίνος Καβάφης, διότι ασφαλώς περί του Καβάφη πρόκειται, γεννήθηκε τέτοιες μέρες το 1863 και πέθανε ανήμερα των εβδομηκοστών γενεθλίων του– όσο επειδή μπήκαμε για τα καλά στην προεκλογική περίοδο και οι επίδοξοι εθνοσωτήρες μας έχουν βαλθεί να αποδείξουν τη μέχρι κεραίας διαχρονικότητα των στίχων του.

Τι κι αν το ποίημα γράφτηκε το 1930 και τοποθετεί τον πρωταγωνιστή του κάπου στο μέσον της παρακμιακής ελληνιστικής περιόδου. Ακούγοντας τους συνήθεις υποψηφίους να αγορεύουν νυχθημερόν στο γυαλί, εδραιώνεται μέσα σου η πεποίθηση ότι ο εμβληματικός μας ποιητής τυγχάνει απολύτως σημερινός. Οι περισσότεροι έχουν γίνει δεκτοί στα αντίπαλα στρατόπεδα από πολλού. Και προσπαθούν να μας πείσουν με ευρηματικά και αφάνταστα ευφάνταστα επιχειρήματα ότι η μωρία του ενός ή η ηλιθιότης του ετέρου των μονομάχων αποτελεί την πανάκεια διά πάσαν παθογένειαν του τόπου.

Κάποιοι προνόησαν ν’ αλλάξουν στέγη εγκαίρως και άλλοι πιο πονηροί το έπραξαν κυριολεκτικά στο παρά πέντε. «Σαν έτοιμοι από καιρό, σαν θαρραλέοι» ορισμένοι θιασώτες των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης, φέρονται διατεθειμένοι να «αλλαξοπιστήσουν» μετά την απομάκρυνση από την κάλπη, γνωρίζοντας ότι τοιούτου τύπου μεταγραφές αποκαλούνται στην παρ’ ημίν πολιτική αργκό αποστασίες.

Οσο για τους σύγχρονους Ζαβίνες, τους Γρυπούς και τους Υρκανούς, σαν να ’χουν κάπου ακούσει για τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, μπερδεύουν τον Σεφέρη με τον Σεφερλή και νομίζουν πως οι φιλιππικοί του Δημοσθένους σχετίζονται με τον ρωμαϊκό ιππόδρομο. Τα δε σόλοικα και μπακαλίστικα ελληνικά τους δεν συγκαταριθμούνται στις πρώτες σελίδες του βαρύγδουπου βιογραφικού τους. Η συντριπτική πλειονότης των ψηφοφόρων θα τους ψηφίσει ξανά ελαφρά τη καρδία, αφού ούτως ή άλλως βλάπτουν το ίδιο κι οι τρεις τη Συρία.