Σαν φωτοβολίδα διασχίζουν τους αιθέρες ορχούμενοι οι όρχεις του Ουρανού, κομμένοι απ’ το αύθαδες δρεπάνι του Κρόνου – πρωτότοκος γιος να σου πετύχει! Προσθαλασσώνονται μπρος στα έκπληκτα μάτια μας κι απ’ τους αφρούς αναδύεται απαυγάζουσα η υπέρτατη Ομορφιά· η Αφροδίτη που διαφεντεύει τον κόσμο στοχεύοντάς τον με τα θανάσιμα βέλη του κανακάρη της Ερωτα.
Μόνο η Μυθολογία των αρχαίων ημών αποτυπώνει εναργώς το θάμα που βιώνουμε κατηφορίζοντας την ανατολική ακτογραμμή της Νάξου, στην ευρύτερη περιφέρεια Απεράθου. Απαστράπτοντα πετράδια καρσί οι Μάκαρες, η Δονούσα, οι Κοπρές, τα Κουφονήσια, η Κέρος και στο βάθος η Αμοργός, προβάλλουν, λες, αυτεξούσιες και αυτόφωτες στο απαράμιλλο σκηνικό του πελάγους. Η εκμαυλιστική γοητεία των Κυκλάδων έγκειται στο Δήλιο φως του ιερού Απόλλωνα που εκπέμπουν. Γεμάτες χάρη οι ανοιξιάτικες άδειες.
Τις ίδιες εικόνες αποτύπωνα πριν από είκοσι χρόνια απάνω-κάτω με τα κάτωθι γυμνάσματα σε ελαφρώς απεραθίτικο ιδίωμα. Ιδού:
Ξυπνώ στο κανακιώτικο/ τοπίο που ’ν’ αλλιώτικο/ έργο εξωπραγματικό/ και αγναντεύω πέρα/ στα δαντελένια τα νησά/ που ’ναι σπαρμένα άνισα/ ορτσάρει ό,τι εγάπησα/ και ξεκινά η μέρα.//
Θάλασσες αρυτίδωτες/ γυναίκες αφκιασίδωτες/ με επιθυμιές ασύδοτες/ στο σώμα ξεχειλίζουν/ ποτάμια φωσφορίζοντα/ με μεταφέρουνε κοντά/ στην άκρη του ορίζοντα/ που οι πόθοι μου αρμενίζουν.//
Πίσω απ’ τη θαλασσινή/ κοιλάδα την υδάτινη/ η Ανοιξη καταπράσινη/ σ’ τσι λόφοι οργιάζει/ με χρώματα κι αρώματα/ τσ’ αισθήσες μας εξαπατά/ τη λογική καταπατά/ και την εξουσιάζει. Και εν είδει κατακλείδας: Ιντα ’ναι ευτά τα πράματα/ που βλέπομε χαράματα/ σα μυστικά οράματα/ σ’ τσι τόποι του χωριού μας·/ με σκάντζο ταξιδιάρικου/ πουλιού αποδημητικού/ η Ανοιξη ’πιταυτικού/ μας ήκλεψεν τον νου μας.
Να και κάποιοι πιο πρόσφατοι στίχοι:
Φινιστρίνι Με σύννεφα απατηλά/ ο ουρανός γλυκοφιλά/ του Αιγαίου τα πετράδια,/ καθώς το σούρουπο δειλά/ τα κανακεύει με λιλά,/ φλόγινα, απαράμιλλα/ και κοραλλένια χάδια.//
Τ’ ανοιχτοπράσινα πρανή/ –σε σινεμά αχνό πανί–/ των βράχων ρέουν αδρανή/ στα μήκη του πελάγους·/ – εαρινό φόντο αρραγές,/ χορός χρωμάτων στις βραγιές,/ έξαλλες αντηχεί κραυγές/ οργίων στο πλάνο λυκαυγές/ με Σειληνούς και Τράγους.
Θυρίδα Κρόκος αρχέγονος μπογιάντιζε το μύλο/ ντύνεται ο ορίζοντας χιτώνα του το μέλλον/ μέλπει μαλάματα ο ήλιος ο ανατέλλων/ μια μια οι Κυκλάδες στεφανώνονται τη Δήλο.//
Αχρείοι κι άχρωμοι στου χρόνου τη χοάνη/ –τον κόσμο μόνο η Ομορφιά μπορεί να σώσει–/ έκφρονες ψάχνουμε δεινή, μοιραία δόση/ στ’ άνθη που κρύβονται στου πόθου μας την κάννη.//
Ιδιοι, αλλά και τόσο αλλιώτικοι απ’ τη μάζα,/ κατασκοπεύουμε στ’ απλώματα των θρύλων/ τις λεγεώνες να συνθλίβει των γραικύλων/ του μπαρμπα-Βάρναλη η θολή, κροκάτη γάζα.
