ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟ 1954, στις 31 Αυγούστου συγκεκριμένα, αφήνει τη στερνή του πνοή στο Δρομοκαΐτειο, όπου αυταπατάτο πως θα αποτοξινωθεί, μια σημαντική λυρική φωνή του Μεσοπολέμου: ο κολασμένος ποιητής, κριτικός -με γιώτα και με ήτα- και δημοσιογράφος Γιώργος Μυλωνογιάννης. Ας αφήσουμε όμως να μας τον συστήσει ο επιστήθιος φίλος του και συνοδοιπόρος Ναπολέων Λαπαθιώτης μέσα από αυτοσαρκαστικό ποίημα του 1937, στους στίχους του οποίου φαντάζεται την αντίδραση του στενού κύκλου του στο αιφνίδιο άγγελμα του θανάτου του και την πομπή της κηδείας του: «Θα ’ναι κι ο Μήτσος με το Χάρη/ και πέντε-δέκα συγγενείς/ κι ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης/ άλλος κανείς, κανείς, κανείς…». Και παρακάτω: «Ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης/ με σφίξιμο χεριού γερό/ θα λέει αράδα σ’ όσους βρίσκει: -Τι φοβερό! Τι φοβερό!…// Και παρατώντας και Σκαρίμπαν/ και στίχους και πολιτική/ και το παιδί του και το σύμπαν/ θα μου σκαρώσει κριτική!». Μέγας θαυμαστής του Χαλκιδαίου ποιητή ο Μυλωνογιάννης, του αφιερώνει τους παρακάτω στίχους, μιμούμενος τα μέτρα και το ύφος του:

ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΑ Εχει χαλάσει, φαίνεται, το φρένο/ και στέλνοντας σφυρίγματα στο σύμπαν/ μας τρέχει προς τον φίλτατον Σκαρίμπαν/ το τραίνο.// Τι ήθελα με τους άλλους κι εγώ να ’μπω;/ να με κερνούν οι αποστάσεις τρόμους/ και να θωρώ από μακρυά τους δρόμους,/ τον κάμπο.// Τόσο κοντά οι γραμμές των οριζόντων/ να ’ναι, που να μ’ αγγίζουνε το στήθος/ να ’μαι νεκρός ανάμεσα στο πλήθος/ των ζώντων.// Τα δέντρα να χορεύουνε κι οι βράχοι/ στη μουσική του τραίνου που διαβαίνει/ καμμιά εντύπωσή μου να μη μένει/ μονάχη.// Μα να μου τη σκεπάζουνε οι όγκοι/ τα πέρατα να στάζουνε λαχτάρες/ να φεύγουν των πραγμάτων οι κατάρες/ κι οι βόγγοι.// Και να προβαίνει, τέλος, η Χαλκίδα/ στα μεθυσμένα μάτια μεθυσμένη/ στη θάλασσα, σαν αναδυομένη/ Βακχίδα.// Ωραία, σαν ονείρου πολιτεία/ που ’ναι μικρός στα κάλλη της ο στίχος/ κι όλους μας έχει μαγεμένους, δίχως/ αιτία.// Ωραία, που μπροστά της ξεψυχάει/ το τραίνο κι ό,τι έχουμ’ απαντήσει/ γίνεται μουσική να την υμνήσει/ στα χάη.

ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΤΟ 1909 ΣΤΗ ΧΑΛΕΠΑ ΧΑΝΙΩΝ. Εγγονός του οπλαρχηγού Μαθιού Μυλωνογιάννη και ανιψιός του συνονόματου χαΐνη και γιατρού, βαλκανιομάχου και νομάρχη της Κρητικής Πολιτείας, Γιώργου Μυλωνογιάννη, από τον οποίο διαμορφώνει συνείδηση κοινωνικού αγωνιστή. Στην Αθήνα εγκαταλείπει τη Νομική ή τη Φιλοσοφική -δεν ξεκαθαρίζεται- και αποκτά στέρεα μόρφωση στο «πανεπιστήμιο» του Μπάγκειου με διδάκτορες και αεί διδασκόμενους σπουδαίους διανοούμενους της εποχής. Είναι αχώριστος με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, τον Μήτσο Παπανικολάου και τον διευθυντή του «Μπουκέτου» Χάρη Σταματίου· πρόκειται για τα πρόσωπα που συντετριμμένα συμμετέχουν στο φανταστικό ξόδι.

Η ΤΕΤΡΑΣ ΕΠΗΡΕΑΖΕΤΑΙ από το πεσιμιστικό κλίμα της εποχής, αναζητώντας διέξοδο στην μποέμικη ζωή και στους απατηλούς παραδείσους των ουσιών. Κοινά πάθη που οδηγούν σε προδιαγεγραμμένο πανομοιότυπο θάνατο. Ο Παπανικολάου λιώνει το ψυχιατρείο το 1943, ο Λαπαθιώτης αυτοκτονεί με το περίστροφο του πατέρα του το ’44 και ο Σταματίου κρεμιέται με αυτοσχέδια αγχόνη στο δωμάτιό του. Η μοίρα της παρέας σκιαγραφείται στους παρακάτω στίχους του Μυλωνογιάννη: Περήφανος με ταπεινή κι αστεία περηφάνια/ στο άπειρο στηλώνοντας δυο κουρασμένα μάτια/ υψώνουμαι σ’ ερείπια, σε γυάλινα παλάτια/ κι αναγελάω την πικρή της μοίρας μου ορφάνια.// Και ζώντας έτσι μέσα στ’ όνειρο, σαρκάζω το εγώ μου/ τον πόνο που περίχυτος την ύπαρξή μου λιώνει/ στο κάθε τι ανθρώπινο, στο κάθε τι του νόμου/ βαδίζω πάντα ενάντια… Κι είν’ η ψυχή μου μόνη.