«ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ ΚΑΠΟΤΕ * μισανοίξανε/ Tα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου/ Tην παρθένα ζωή μια * στιγμή/ * να φωτίσουν/ Mακρινή Mητέρα * Pόδο μου Aμάραντο…». Μπήκε χθες ο Αλωνάρης κι αλωνίζουν ο πόλεμος, η ακρίβεια κι η παγκόσμια κρίση, που διογκώνουν παρ’ ημίν οι οπισθόβουλες επιλογές των κυβερνώντων. Κι ο μακάριος, υποκριτικός ύπνος του αενάως γελασμένου καίτοι γελαστού πόπολου: «Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι/ και μία ωραία πρωία μεσούντος κάποιου Ιουλίου/ βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας “δώστε τη χούντα στο λαό”». Τρεκλίζοντας στον αλάπατο του Ελύτη και του Αναγνωστάκη εξευμενίζουμε τον Ρηνιαστή –πώς αλλιώς;– με ποίηση αφιερωμένη στην αφεντιά του.
ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ η ώρα μία την νύχτα θάτανε/ ή μιάμισυ./ Σε μια γωνιά του καπηλειού·/ πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα./ Εκτός ημών των δυο το μαγαζί όλως διόλου άδειο./ Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε./ Κοιμούντανε, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης./ Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας/ είχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ,/ που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις./ Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν – πολλά δεν ήσαν γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας./ Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα/ στα μισοανοιγμένα ενδύματα·/ γρήγορο σάρκας γύμνωμα – που το ίνδαλμά του/ είκοσι έξι χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθε/ να μείνει μες στην ποίησιν αυτή. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ
Η «ΑΓΝΩΣΤΗ» ΑΤΙΜΙΑ […] Ητανε μήνας Αλωνάρης, ντάλα μεσημέρι,/ που ξεφαντώνανε στα κλώνια ασίγαστα τζιτζίκια,/ στη θάλασσα των αμπελιών μελώναν τα σταφύλια/ και βίγλιζε στη δεμοσιά με χίλια μάτια ο ήλιος/ κι από τον ήλιο πιότερο λαμπάδιαζεν ο τάφος./ Κι άξαφνα εράγ’ η Κόλαση και ξέρασε ποτάμι/ όση βρομιά ’χε κατακάτσει μέσα της αιώνες/ και χύθηκεν ακράταγη να καταπιεί τον τάφο/ κι όλην φαρμάκωσε την πλάση και την Ιστορία!… Με αφορμή το ότι «άγνωστοι, στο Βόλο, γράψανε στον ομαδικό Τάφο των εκτελεσμένων από τους Γερμανούς πατριωτών αγκυλωτούς σταυρούς και τη φράση: “Καλά σας κάναν”». ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
ΓΥΜΝΟΣ, ΙΟΥΛΙΟ ΜΗΝΑ, το καταμεσήμερο./ Σ’ ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του./ Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας./ Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. […] Xάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα./ Εχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο./ Γεννήθηκα για να ’χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ./ Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε./ Mόνο που ’ναι πιο δύσκολο. Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν η φύση σου υπακούει./ Kι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της. ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο μικρός ναυτίλος».
ΑΛΛΟΦΡΟΝΑΣ ΙΟΥΛΙΟΣ ο γενέθλιός μου μήνας στα θολερά/ λιοπύρια του Καρκίνου/ μ’ έναν απρόκοφτον ίσκιο που αναβλύζει/ δονούμενος από φευγαλέα/ φωνήματα κληματαριάς – τι άρια/ ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση…/ Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα/ λουσμένο μουσείο/ οπού ’χει να δείξει σωζόμενες αστραπές/ τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία.// Μοναστήρι παμπάλαιο τούτος – εδώ ο ύπερος./ Δεν επιτρέπω υπολειπόμενα δάκρυα/ προχωρώντας με χαυλιόδοντες αταραξίας/ ανάμεσα στα μελανθή με φως ανήμερο/ να κατακάψω και τις πέντε ηπείρους./ Την καλησπέρα μου στα Ιδανικά σας. ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
