Γκαντέμης και γκαφατζής ολκής ο… ανέμελος πρωθυπουργός μας, επισκέπτεται ευκαιρίας δοθείσης τις πρωτεύουσες της Εσπερίας, εντατικοποιώντας τώρα το καλοκαίρι τα ταξιδάκια του ακόμα και χωρίς εμφανή λόγο. Το φθινόπωρο, βλέπεις, μπορεί να αναγκαστεί να καταφύγει σε εκλογές και να κοπούν άπαξ διά παντός τα δωρεάν τουρ. Εκλιπαρεί ν’ ακούσει μια θετική κουβέντα από τους ξένους ομολόγους του μπας και ξεγελαστεί το εγχώριο ακροατήριο πως «έξω πάμε καλά». Φιλοτεχνεί τον εαυτό του ως ηγέτη διεθνούς ακτινοβολίας –τρομάρα του–, καλλιεργώντας τη φρούδα ελπίδα ότι μπορεί να σπάσει ο διάβολος το ποδάρι του και δεν θα ναυαγήσει αύτανδρος στις κάλπες.
Ιδιαζόντως αμοραλιστές οι συνομιλητές του, εκμεταλλεύονται την έκδηλη αγωνία του για να βγάλουν απ’ τη μύγα ξίγκι. Κολλάει γάντι, εν προκειμένω, η λαϊκή ρήση, αφού το οικονομικό και πολιτικό μέγεθος της Ψωροκώσταινας, κατά τους καιρούς της διακυβέρνησης των άριστων αχρήστων, θυμίζει όσο ποτέ άλλοτε το ενοχλητικό δίπτερο έντομο. Επειτα από τις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους, το περιεχόμενο των οποίων ουδέποτε γνωστοποιείται, οι «κουτόφραγκοι» αρθρώνουν τάχα έναν καλό λόγο για τον μουσαφίρη τους που κορδώνεται σαν γύφτικο σκεπάρνι πλάι τους στην αίθουσα Τύπου.
Δαμόκλειος σπάθη στο δοξαπατρί του καθημαγμένου λαού, οι περιηγήσεις του ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού. Αμερικανοί και Ευρωπαίοι τον βρίσκουν στην ανάγκη και του πλασάρουν με συνοπτικές διαδικασίες οπλικά συστήματα δισ. ευρώ. Πληρώνουν ούτως ή άλλως τα κορόιδα στην Ελλάδα, σεβαστό ποσοστό των οποίων θα τον ξαναψηφίσει όποτε κι αν γίνουν οι εκλογές. Προχθές στο Βερολίνο, ωστόσο, πιάστηκε με τη γίδα στην πλάτη, καθώς αποδείχτηκε αρκούντως μαρτυριάρης ο Ολαφ Σολτς.
Ανακοίνωσε περιχαρής σε ανύποπτο χρόνο τη συμφωνία να δώσει η χώρα μας τεθωρακισμένα ανατολικογερμανικής κατασκευής στον Ζελένσκι και στη θέση τους να αγοράσει καινούργια. Η φράση «πιάνομαι με τη γίδα στην πλάτη» σημαίνει συλλαμβάνομαι επ’ αυτοφώρω και θεωρείται απότοκο της εποχής που στην αγνή ελληνική ύπαιθρο θριάμβευε η μάστιγα της ζωοκλοπής. Τσελιγκόπουλα τρύπωναν νύχτα στα ξένα μαντριά, τσάκωναν με τα χέρια τους τις κοιμισμένες προβατίνες απ’ τα μπροστινά και πισινά πόδια, τις έφερναν αστραπιαία στους ώμους και τις δάγκωναν θανάσιμα στην καρωτίδα προτού προλάβουν να βελάξουν. Μακάβριο θα πείτε και δύσκολα εφαρμόσιμο σε τανκ.
