Καλά κρατεί σε ηλεκτρονικά και έντυπα ΜΜΕ η δημόσια συζήτηση για το μπούλινγκ. Την τροφοδοτούν κάθε τόσο τραγικά γεγονότα, όπως ο πρόσφατος αυτοχειριασμός του 14χρονου στα Σεπόλια. Ψυχολόγοι, φυσιολόγοι, αερολόγοι και λοιποί συμπαρομαρτούντες αναλύουν εναργώς τα αίτια και τα αιτιατά του καινοφανούς σχολικού φαινομένου που εξελίσσεται σε κοινωνική μάστιγα. Τα παιδιά και οι έφηβοι αντιμετωπίζουν όντως το διαφορετικό με ακατέργαστη σκληρότητα.
Αποτρόπαιη μορφή της δίνει, ωστόσο, ο κεκαλυμμένος ή εμφανής ρατσισμός που διαπερνά την αγωγή που λαμβάνουν στο σπίτι, στη γειτονιά και στο παγκόσμιο χωριό, καταπώς χαρακτηρίζεται εύγλωττα το διαδίκτυο. Η στοχοποίηση μέσω του τελευταίου λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής φρίκης, κάνοντας τη λεκτική βία να στιγματίζει διά παντός με ανεπούλωτες πληγές τις ευάλωτες παιδικές ψυχές.
Ζωώδη ένστικτα κυριαρχούν αμφιτέρωθεν. Σπεύδω πάραυτα να ζητήσω ταπεινά συγχώρεση από τα υπόλοιπα είδη πανίδας, καθότι τα ορμέμφυτα του ανθρώπου αποδεικνύονται σκαιότερα καθ’ όλη τη διαδρομή της ιστορίας. Και να διαφωνήσω, επίσης, με τους αυτόκλητους επαΐοντες, οίτινες θεωρούν νεοπαγές το θλιβερό φαινόμενο. Οφείλω να υπενθυμίσω πως υπήρχε ανέκαθεν και μάλιστα στα δικά μας χρόνια ετύγχανε εξίσου έντονο. Μόνη διαφορά, ότι τότε δεν είχαν επινοηθεί οι όροι «σχολικός εκφοβισμός», επί το νεο-ελληνικότερον, μπούλινγκ.
Οπωσούν λιγότερο ενοχοποιητικές λέξεις εχρησιμοποιούντο. Επί παραδείγματι, πείραγμα, καλαμπούρι, κούρδισμα, πλάκα και καζούρα, η οποία συνήθως, αντί για τις σημερινές κλοτσοπατινάδες και τα μαχαιρώματα, κατέληγε στο περίφημο «σύννεφο». Ητοι, πολυπληθής ομάς ετοιμοπόλεμων «καλαμπουρτζήδων» κύκλωνε πανταχόθεν τον ανύποτο αναξιοπαθούντα. Αιωρούμενες παλάμες σχημάτιζαν πυκνό νέφος, που, έπειτα από τις σχετικές αστραπές, κατευθυνόταν ράγδην στο κεφάλι του στόχου. Δεν ήταν τόσο η κεφαλαλγία από τις παρατεταμένες καρπαζιές που δημιουργούσε τραύματα στον παθόντα, όσο το αποτύπωμά τους στον ευαίσθητο ψυχισμό του, το οποίο προξενούσε αφόρητο και διαρκή πόνο. Ενίοτε η απόρριψη αφήνει βαθύτερες πληγές κι απ’ τις ειδεχθέστερες ρίψεις. Περιέργως, σπανίως έφθανε κάποιος στο απονενοημένο διάβημα. Επρόκειτο αναντιρρήτως, παρά ταύτα, περί συλλογικής αυτοκτονίας με καταστροφικές μορφωτικές, πολιτισμικές και κοινωνικές προεκτάσεις.
Υποψήφια θύματα ήταν κατά κανόνα οι εξ επαρχίας ορμώμενοι συμμαθητές. Εσωτερικοί μετανάστες με τις οικογένειές τους στην πρωτεύουσα, άφηναν την άπλα της υπαίθρου για να περιορίσουν τους ορίζοντές τους, εφτά νομά σ’ ένα δωμά, σε στενόχωρα διαμερίσματα των αθηναϊκών συνοικιών. Κουβαλούσαν στις αποσκευές τους αστείρευτο γλωσσικό και λαογραφικό πλούτο, παραδόσεις και έθιμα που όφειλαν να αφομοιώσουν οι πόλεις συνθέτοντας το πολυποίκιλτο μωσαϊκό της κοσμοπολίτικης ελληνικότητας.
Ραπίσματα απανωτά δέχονταν στο άστυ, επειδή πρωτίστως δεν μιλούσαν το ξενοπρεπές, άχρωμο, άοσμο και άγευστο πρωτευουσιάνικο ιδιόλεκτο με τις πεντακόσιες όλες κι όλες λέξεις. Εμφανίζονταν στις σχολικές αίθουσες αμήχανοι, συνεσταλμένοι, τρωτοί και γίνονταν εξαρχής αντικείμενο άγριας καζούρας. Στιγματίζονταν ως «βλάχοι» κι ας ήταν καραγκούνηδες του κάμπου, Πόντιοι ή νησιώτες απόγονοι των Βενετσιάνων και των Σαρακηνών.
Απέφευγαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους εξαιτίας της ακατάσχετης κοροϊδίας. Κι αφού δεν μιλούσαν, άκουγαν αναγκαστικά και παρατηρούσαν. Είχαν κίνητρο να ξεχωρίσουν και πολλοί τα κατάφερναν χωρίς δυσκολία. Οι κακοτράχαλοι βράχοι των ορεινών όγκων κάνουν και τα μυαλά κοφτερά. Σιωπηρή δύναμη αποτελούσαν. Γι’ αυτό διακρίθηκαν στις επιστήμες, στις τέχνες και σ’ άλλους τομείς. Αρκετοί εκδικούνται, διατηρώντας την ντοπιολαλιά τους στο βήμα πανεπιστημιακών συνεδρίων και στα σαλόνια του ανφάν γκατέ.
