Υποτίθεται ότι την περασμένη Κυριακή στείλαμε ένα ουρανόμηκες μήνυμα ανάτασης και υπερηφάνειας στους υπόλοιπους λαούς. Απαιτήσαμε το τέλος της λιτότητας και των ολέθριων μέτρων που φέρνουν τα μνημόνια. Οι μανδαρίνοι των Βρυξελλών και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ακόμα και οι φίλα προσκείμενες, μας εκβίασαν επισημαίνοντας πως το διακύβευμα της κάλπης είναι ευρώ ή δραχμή, Ε.Ε. ή απομόνωση. Τους αψηφήσαμε ψηφίζοντας. Αν είναι τέτοια η Ευρώπη σας, να τη χαίρεστε, δεν μας ενδιαφέρει, απαντήσαμε με παρρησία.
Πρόστυχα μαραφέτια οι ψηφοδόχοι μολαταύτα. Τα ‘λεγα εγώ. Τα δημοψηφίσματα αποδεικνύονται άτιμα όσο και τα ΑΤΜ. Μυστήριες διεργασίες συντελούνται κατά την καταμέτρηση, ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα μετέρχονται οι πολιτικοί ερμηνεύοντας το αποτέλεσμα. «Μαθές δεν εματάγινε τέτοιο κουτί ρημάδι, “όχι” να ρίχνεις το πρωί, να βγαίνει “ναι” το βράδυ» επιβεβαίωνε η λαϊκή μούσα τον αλήστου μνήμης Ιούλιο του 1973.
Ονειρο ήταν και πάει. Τούτο το αντιφατικό και αλλόκοτο θέρος, πήραμε μια ζόρικη απόφαση. Εφάμιλλη ένδοξων στιγμών της Ιστορίας μας. Βγάλαμε τη γλώσσα στους παντοδύναμους δυνάστες-εταίρους και στις εταιρείες τους, αλλά και στους εγχώριους νενέκους-τοποτηρητές, που θα μπορούσαν κάλλιστα να γράφονται και με δύο «άλφα γιώτα». Ταυτοχρόνως χαστουκίσαμε ηχηρά τους εξωνημένους κονδυλοφόρους των συστημικών ΜΜΕ, οίτινες εξαπέλυσαν εναντίον του πόπολου, κυρίως απ’ το γυαλί, μια πρωτοφανή, ενορχηστρωμένη επίθεση καταστροφολογίας και τρομολαγνείας· όργιο σύγχρονης νοθείας πά’ να πει.
Την τσαμπουκαλεμένη ετυμηγορία μας διαχειρίστηκε μια αλλοπρόσαλλη κυβέρνηση, που μας οδήγησε στην κάλπη να καταψηφίσουμε ένα τάχα μου τελεσίγραφο, το οποίο είχε ήδη δεχτεί κατά 70% και την επαύριο κατά 90%. «“Οχι” βροντοφωνάξαμε, που τράνταξε τη γης κι έγινε ώς το χάραμα “γιες μεν” υποταγής». Ανείπωτη απογοήτευση, αγανάκτηση και οργή προξενούν οι πρόσφατες εξελίξεις. Γράφω και σκίζω τα χαρτιά. Η θλίψη δεν μας ταιριάζει. Ελα όμως που η συγκυρία δεν προσφέρεται για σάτιρα.
Ανασκουμπώνομαι. Λιομαζώματα στ’ Απεράθου της Νάξου· προπολεμικά. Ψηλά στα δέντρα οι άντρες ραβδίζουν και τα γυναικόπαιδα χάμω συγκεντρώνουν τον καρπό. Ξάφνου σπάει ένα κλαρί κι ο Γερμάνος πέφτει με πάταγο στο έδαφος. Αναστάτωση. Συντρέχουν οι πάντες να τον βοηθήσουν. Γερό κόκαλο, όμως, δεν μασάει από ατυχήματα και βρίσκεται μετ’ ολίγον πάλι στη θέση του.
Γελαστός ο Μπεολοθέτης, όστις, καθ’ όλο το διάστημα που μεσολάβησε, έμεινε σιωπηλός και ατάραχος στη διπλανή ελιά, κάνει τότε σκωπτικά στον Γερμάνο: «Αφού ήτονε να ξανανεβείς, ήντα ‘θελες κι ήρχουσου κάτω;». Τουτέστιν, αφού ρε Καραμήτρο επρόκειτο να υπογράψεις ταπεινωτική συμφωνία, προς τι οι κόνξες πεντέμισι μήνες τώρα; Αν δεν ήξερες, ας ρώταγες. Η πολιτική, δυστυχώς, είναι αμείλικτη και κρίνεται από το αποτέλεσμα.
Ηττα οικτρή, και όχι μόνο για τον ελληνικό λαό, αποτελεί τούτη η συνθηκολόγηση. Το να καθορίζει τους όρους του ο ισχυρός στον αδύνατο σε μια διαπραγμάτευση είναι σύνηθες. Δεν ματάγινε, εν τούτοις, να επιλέγει και τους εκπροσώπους του στο τραπέζι. (Περίπτωση Βαρουφάκη). Ούτε να εκδιώκεις τον Φλεβάρη τον Τόμσεν, ως ειδεχθή τροϊκανό, και να ζητάς την τεχνική του συνδρομή τον Ιούλιο, στη διατύπωση της πρότασής σου προς τους θεσμούς… αίματος. Αχ πού ‘σαι νιότη που ‘δειχνες…
