Ομολογουμένως δεν είχα πιει πολύ προχθές βράδυ, παρότι απολάμβανα σε φιλικό σπίτι στη Νέα Φιλαδέλφεια το ρεπό μου από το δεύτερο καθήκον μου στην εφημερίδα, τη σύνταξη ύλης. Η θέα από τη δροσερή, ευρύχωρη βεράντα του τετάρτου ορόφου πολυκατοικίας στην πλατεία Πατριάρχου ήταν εκπληκτική. Ο ασυννέφιαστος ουρανός άστραφτε, φορώντας κατάσαρκα το ασημένιο περιδέραιο του ολόγιομου φεγγαριού. Τρεμόπαιζαν αμφιθεατρικά μπροστά μας τα φώτα του Περισσού και του Γαλατσίου. Νοτιοανατολικά χαμογελούσε φωτισμένος ο Λυκαβηττός και λίγο πιο κει, μισοκρυμμένη πίσω απ’ τη φυλλωσιά ενός ψηλού κυπαρισσιού, μας θάμπωνε η αιώνια λάμψη της Ακρόπολης.
Ρουφούσαμε τη νύχτα, σιγοπίνοντας άκρατο, ξανθό οίνο, τσιμπώντας καρδιτσιώτικα μεζεκλίκια και γλυκοκουβεντιάζοντας περί ανέμων, υδάτων και δημοψηφισμάτων. Εκατέρωθεν της Δεκελείας, ακριβώς από κάτω, έξω από δυο αντικρινά υποκαταστήματα τραπεζών υπήρχαν σειρές δέκα-δεκαπέντε ατόμων, που περίμεναν υπομονετικά και νηφάλια να εισπράξουν τα εξήντα ευρώ από τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης. Καίτοι ουδείς από την ομήγυρη είλκε την καταγωγή από την Αρμενία, η επίσκεψη διαρκούσε. Εμπλεοι από τη μέθεξη της συναναστροφής και την καλοκαιρινή ευδία, καληνυχτίσαμε κατά τις τρεις.
Αδραξα την ευκαιρία να σηκώσω το δικό μου μερίδιο, καθώς εκείνη την ώρα είχαν αδειάσει οι ουρές. Η οικονομική διεύθυνση της «Εφ.Συν.» είχε βλέπεις τη φαεινή ιδέα να μας καταβάλει το δεκαπενθήμερο μέσω του τραπεζικού μας λογαριασμού. Πλησίασα υποψιασμένος για το ότι τα οικονομικής φύσεως αρκτικόλεξα, όπως ΔΝΤ, ΑΤΜ κ.λπ., είναι άτιμα και αφιλότιμα. Δεν είχα όμως άλλη επιλογή. Τοποθέτησα την κάρτα στη σχισμή και σχημάτισα τον κωδικό μου. Πίεσα το μπουτόν της ανάληψης και κατόπιν του «άλλου ποσού», αφού τα 60 ευρώ δεν συμπεριλαμβάνεται στις σχετικές επιλογές.
Μολονότι νησιώτης λειτούργησα σαν πονηρός βλάχος, αντικρίζοντας στην οθόνη πως οι εναλλακτικές μου είναι μόνο 50 ή 100. Ζήτησα το τελευταίο, όχι τόσο επειδή ήλπιζα να ξεγελαστεί το μηχάνημα, όσο για να λοιδορήσω το χάλι μας. Σας διαβεβαιώ διά μίαν εισέτι φορά πως τα ‘χα κοπανήσει ελαχίστως. Παρά ταύτα δυο θεόρατα χέρια πρόβαλαν μέσα απ’ το μόνιτορ και μου ‘σφιξαν τον λαιμό. Τρομοκρατήθηκα. Εστρεψα το βλέμμα, αλλά δεν υπήρχε κανείς πίσω μου.
Αίφνης δημιουργήθηκε ένας στρόβιλος και με τράβηξε κακήν κακώς μέσα. Εβλεπα θολωμένος κόσμο και ντουνιά, ενώ οι απόκοσμες παλάμες εξακολουθούσαν να μου προκαλούν ασφυξία. Ολοι προμάντευαν τη βιβλική καταστροφή της πατρίδας από τέρατα της Αποκαλύψεως του Ιωάννη και της Κολάσεως του Δάντη, τα οποία όλως περιέργως έφεραν το μακάβριο όνομα Δραχμή. Δονούσε την ατμόσφαιρα η ουρανομήκης κραυγή «Ναι». Ξεχώρισα στην πρώτη γραμμή τη Μέρκελ, τον Σόιμπλε, τον Ντάισελμπλουμ και άλλους νεοφιλελεύθερους μανδαρίνους της Εσπερίας. Δίπλα τους τα αρτηριοσκληρωτικά ζόμπι του εγχώριου, ξεπερασμένου πολιτικού συστήματος. Παρακάμπτω γελοίες τηλεπερσόνες και τηλεμαϊντανούς. Ο Καραμανλής προβάριζε διάγγελμα προς τον λαό, παραλείποντας να αναφέρει ότι ο ίδιος εκτόξευσε το χρέος στο υπερπέραν. Πού τσίπα; Ο αγαθοβιόλης Μάρτιν Σουλτς αποκάλυπτε αφελώς τις προθέσεις τους: «ΣΥΡΙΖΑ τέλος – κυβέρνηση τεχνοκρατών». Απαίτησαν να συνταχθώ στο πλευρό τους. «Ε, όχι ρε» αναφώνησα τσαντισμένος. Ευτυχώς επρόκειτο για φρεναπάτη, που οφείλεται στην τηλοψία.
