ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ, τέτοιες μέρες, το 1922 γεννιέται στην Αθήνα το πέμπτο τέκνο της Βασιλικής και του Λύσανδρου Λειβαδίτη που του δίνουν, λόγω της ημέρας, το σημαδιακό όνομα Αναστάσιος πλάι στο οικογενειακό Παντελής. Μεγαλώνοντας ο Τάσος Λειβαδίτης αναζήτησε τη συλλογική και προσωπική του επ-ανάσταση στις κακοτράχαλες, αλλά φωτεινές, ατραπούς της ποίησης. Ιδού πώς:

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βράδια/ κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα/ κι η μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στον ύπνο/ ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες στον καθρέφτη πρόσωπα/ που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο ή ένα παράθυρο/ και ξανάρχονται επίμονα/ σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας – το μέλλον είναι άγνωστο/ το παρελθόν ένα αίνιγμα/ η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη./ Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος/ άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι/ οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό/ οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο/ κι η εξήγηση θα ’ρθει κάποτε/ όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση./ Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα – τι έρωτες Θεέ μου, τι ηδονές/ τι όνειρα,/ ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά.

ΕΝΑ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,/ ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια»,/ πήρε μια γυναίκα,/ μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο,/ αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση,/ γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει/ να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,/ «εδώ έρχονται για άλλα πράγματα»,/ οι άλλοι απ’ έξω δώσ’ του χτυπήματα στην πόρτα./ Με τα πολλά άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές/ – ακούς εκεί διαστροφή να θέλει να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα./ Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος./ Κανείς δεν τον ξανάδε πια./ Και μόνο εκείνη η γυναίκα,/ θα ’ρθει η αναπότρεπτη ώρα μια νύχτα,/ που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,/ πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά,/ την πιο μεγάλη ερωτική πράξη/ μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

ΑΛΚΟΟΛΙΣΜΟΣ Κρατούσα μια λάμπα και κατέβαινα τη σκάλα, έπρεπε ν’ ανακαλύψω ποιος είμαι, τι είχα κάνει στο παρελθόν, και το σπίτι πώς έστεκε ακόμα, αφού εμείς είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους τοίχους, για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν,/ στο βάθος, σακάτηδες χωρίς χέρια παίζαν την τύχη μου στα χαρτιά, ο Ιησούς των μεθυσμένων περνούσε το βράδυ μες στα θαμπά φανάρια, κι έπαιρνα από πίσω το φονιά σκουπίζοντας τα ίχνη του πάνω στο χιόνι, γιατί τώρα ήξερα,/ κι η γυναίκα, όταν πήγα να την αγκαλιάσω, έκανε μια μικρή κίνηση και μπήκε σε μια δική της πόρτα, κλειστή, αφήνοντάς με έξω./ Δώσε μου, Κύριε, να ’μαι νεκρός και μεθυσμένος./ Ασε μου μόνο τ’ άστρα, που ήταν το ίδιο φιλικά ακόμα και στους δρόμους που πυροβολούσαν.