Επανέρχομαι σήμερα στην επεισοδιακή κλοπή της Αφροδίτης της Μήλου, στην οποία αναφερθήκαμε προχθές, σταχυολογώντας 47 από τους 159 στίχους μακροσκελούς ποιήματος του Κωστή Παλαμά για το περίτεχνο άγαλμα της θεάς του έρωτα:
Η ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΗ Σ’ ένα παλάτι αρχοντικό στον ξακουσμένο τόπο/ ξενιτεμένη βρίσκεται κι άφταρτη βασιλεύει/ μαρμαρογέννητη θεά, της Μήλος η Αφροδίτη./ Από μπροστά της ο Καιρός περνάει, δεν την αγγίζει,/ τα μάτια της δε δέχονται το φως από τον ήλιο,/ και λάμπουν όλα γύρω της απ’ τη δική της λάμψη·/ τα μάτια της αδάκρυτα σ’ άλλους τα δάκρυα φέρνουν,/ τα στήθη της αμάραντα καρδιόχτυπο δεν έχουν,/ όμως ραγίζουν τις καρδιές, τα γόνατα λυγίζουν·/ τα χείλη της αγέλαστα τους πονηρούς φοβίζουν,/ και τα κομμένα χέρια της βαθιά οι καρδιές τα νιώθουν/ να ξεριζώνουν στοχασμούς ανάξιους, φαύλα πάθη·/ και το παλάτ’ είν’ εκκλησιά που αντί βωμούς και εικόνες/ κρατεί τον ίδιο το θεό μέσα φανερωμένο,/ κι όλο από Νότο και Βοριά κι Ανατολή και Δύση/ μπροστά της κόσμος σέρνεται για να την προσκυνήσει. […]
ΑΥΓΗ, ΣΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ την αυγήν επρωτοφανερώθης!/ Εσ’ είσαι αλάθευτη θεά κι ανίκητη παρθένα,/ εσύ και δε γεννήθηκες από κοιλιά μητέρας/ και τ’ αστροστέφανου ουρανού κόρη μονάκριβ’ είσαι./ Αμόλυντη κι ατέλειωτη καθώς εκείνος, μένεις/ ψηλότερ’ από τις χαρές, ψηλότερ’ απ’ τις λύπες./ Μα ήρθανε χρόνια δίσεχτα, κι ανήμπορος ο κόσμος/ […] σε κατέβασε, θεά, κι εσένα ο Πραξιτέλης/ απ’ τ’ άγια τ’ άστρα εκεί ψηλά στην ομορφιά της Φρύνης!/ Τότε κι εσύ, περήφανη, η καταφρονεμένη/ από ένα κόσμον άμυαλον, όμως μητέρα πάντα,/ αντί να σιχαθείς τη γη, και παιδεμούς να στείλεις,/ της γης τα σπλάχνα τ’ άνοιξες και κρύφτηκες κι εχάθης./ […] Χιλιάδες χρόνια πέρασαν για να φανείς και πάλι!/ Ω! δόξα να ’χει τ’ άγνωστο λισγάρι του χωριάτη/ που κύλισε του τάφου σου την πέτρα κι αναστήθης!/ Κι είδες τον κόσμο αλλιώτικο, και την Ελλάδαν άλλη/ και ξένη την Ανατολή και βάρβαρη τη γη σου/ και σα να μην τη γνώρισες, διάβηκες προς τη Δύση!/
ΓΥΡΙΣΕ ΠΑΛΙ, γύρισε στα μέρη που εγεννήθης!/ Ο,τι κι αν είσαι, δύναμη, βασίλισσα, όνειρο, ίσκιος,/ θεά της ομορφιάς, πηγή της αρετής, ω Νίκη,/ γύρισε πάλι, ω! γύρισε στα μέρη που εγεννήθης./ […] Ο λυγερός σου ο Αδωνις άλλαξε τ’ όνομά του./ Για ιδές! παρόμοια σαν αυτόν σε καρτερεί, νομίζεις,/ νεκρή βασίλισσα η Ελλάς, νεκρή και ξαπλωμένη/ σα σε κρεβάτι ολόχρυσο στη γη της την πανώρια./ […] Αλλά κι αν χάθ’ η πίστη σου και αν πάνε κι οι ναοί σου,/ κάμε, θεά, το θάμα σου, και πλάσε τις καρδιές μας/ αγνές, διπλοθεμέλιωτες, άφταρτες εκκλησιές σου./ Γύρισε πάλι, γύρισε στα μέρη που εγεννήθης,/ άστρο της νιότης, πρόβαλε, ξανάνιωσέ μας πάλι./ Εσύ που μες στα σωθικά πόθους, φωτιές ανάφτεις,/ άναψε μες στα σπλάχνα μας φλόγες, βαθιές αγάπες,/ και σπείρε μας τη δύναμη για τα μεγάλα τα έργα…
