ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ τέτοιες μέρες του 1907. Πρωτοεμφανίζεται στα γράμματα το ’30 και θεωρείται «ποιητικό φαινόμενο» από τον Μαλακάση και τον Παλαμά. Η κατά κόσμον Ηβη Κούγια-Σκανδαλάκη συγκαταλέγεται στις πιο διακριτές γυναικείες φωνές του Μεσοπολέμου. Επίκεντρο της ποίησής της ο άνθρωπος, την ύπαρξη του οποίου στοχάζεται με αγωνία και ευαισθησία. Ιδού απάνθισμα στίχων της Μελισσάνθης:
ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ Απόψε είπα πως μ’ είχες πια κερδίσει,/ που ρόδισαν οι πόθοι μου όλοι ανθοί./ «Μα πριν ή ο αλέκτωρ τρις φωνήσει»/ Κύριέ μου, σε είχα πάλι απαρνηθεί.// Με κρυφοκαίνε ακόμα πάθη, μίση,/ −δεν έχουν οι αμαρτίες μου πια σωθεί−./ Της χάρης σου αν ανοίξει μόνο η βρύση/ τότε κι η υδρία μου ίσως πληρωθεί.// Το τι μαρτύρησα απ’ τη νύχτα εκείνη,/ που άδεια άφησα τη νυφική μας κλίνη/ κι αρνήθηκα στα μάτια να σε δω!// Κοίταξε, αν δεν πιστεύεις, τις πληγές μου/ δος μου το χέρι σου· να, εδώ, κι εδώ./ Λοιπόν, μ’ αναγνωρίζεις τώρα; πες μου;
ΤΟ ΕΞΩ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΣΑ Αόριστα βλεπόταν στο γυαλί καθώς/ το φως άναβε μιαν αντανάκλαση/ μέσα στο τζάμι/ κι άξαφνα, είχε μεταφερθεί μαζί με το πολύφωτο/ και τα έπιπλα έξω στη βροχή./ Εμπλεκαν τα μαλλιά της στα πυράκανθα/ που τυραννούσε η θύελλα/ κι έμεναν ανέπαφα./ Αχνιζε το φλιτζάνι του τσαγιού/ σκαρφαλωμένο στο κλαδί που λικνιζόταν/ κι ισορροπούσε./ Τα δέντρα είχαν ξετρελαθεί απ’ τον άνεμο/ ενώ στα ράφια αραδιασμένα τα βιβλία/ έδιναν την εικόνα της τάξης και της θαλπωρής/ μιας κάμαρας φανταστικής μεταφερμένης/ στη νύχτα και το ρίγος της βροχής.
ΗΡΩΙΚΗ ΦΥΓΗ Ξοπίσω μου δαιμονικό φυσομανούσε, του Αδη,/ πύρινο ανασασμό/ κι έτρεχα, σ’ άφεγγες νυχτιές, μες στο βαθύ σκοτάδι,/ μ’ έν’ άγριο καλπασμό.// Και τον μαντύα τον ταπεινὸ ξεδίπλωνα του επαίτη/ σ’ ηρωική φυγή/ κι έσερνα ατίθασα λυτή της κόμης μου τη χαίτη/ και σάρωνα τη γη.// Του ανέμου το καμτσίκωμα που αφάνιζε τα δάση/ με λύγαε, καλαμιά/ και στέγνωνε στα χείλια μου, τη φούχτα μου, άδειο τάσι/ στην άνυδρη ερημιά.// Κι απ’ την αρμύρα θέριευε της φλογισμένης άμμου/ της δίψας το ουρλιαχτό,/ μα έφευγα, ενώ, σε σύσπαση φριχτή, κυλιόταν χάμου/ τ’ ανήμπορο ερπετό.// Η γη κάτω απ’ τη φτέρνα μου προδοτικὰ βογγούσε/ καφτὴ ως λαβωματιά,/ μα βέλος ξέφευγα γοργὸ και πίσω μου αστοχοῦσε/ η εχθρικὴ σαϊτιά.// Με παραμόνευε γαμψά το νύχι στα σκοτάδια/ του πειναλέου βραχνά/ κι ως γλύτωνα, οι φοβέρες του, μαύρων όρνιων κοπάδια/ πίσω έκραζαν βραγχνά.// Κι η νύχτα τρύπια, τάνυζε φτερούγα νυχτερίδας,/ τον έναστρο ουρανό/ και την οργὴ του κεραυνού σε νέφη καταιγίδας/ σπαθί έκρυβε γυμνό.// Στο πέρασμά μου σφύριζε της έχθρητας το φίδι/ μες στα ξερά κλαδιά,/ μα της φυγής μου η αστραπή περνούσε όπως λεπίδι,/ της νύχτας την καρδιά.// Και του θριάμβου μου η κραυγὴ βόλι καφτό τρυπούσε/ τα σπλάχνα της σιγής/ κι αντίλαλους η φόρμιγγα του στήθους μου ξυπνούσε,/ στις εσχατιὲς της γης.
