ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΔΟΚΙΜΙΟΓΡΑΦΟΣ με θητεία στην Αντίσταση και κατόπιν στην Ικαριά και το Μακρονήσι, τα σπάει με το Κόμμα εξαιτίας της εισβολής των Ρώσων στην Ουγγαρία το ’56. Πλαισιώνει τον κύκλο των Καζαντζάκη, Φραγκόπουλου, Τέας Ανεμογιάννη, Μιμίκας Κρανάκη, Καστοριάδη και Αξελού παρ’ ότι έζησε χρόνια στην Αφρική. Πεθαίνει σαν σήμερα το 1982 στην Αθήνα, όπου και γεννήθηκε το ’25. Ιδού δείγμα στίχων του Δημήτρη Δούκαρη:
ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ Θέλω να γράψω ένα ποίημα πιο αγέρωχο/ απ’ το αλμυρό νερό,/ ένα ποίημα εκκωφαντικό και υπόκωφο/ σαν την ισόβια δύναμη της θάλασσας·/ θέλω να γράψω ένα ποίημα εσωτερικά ζεστό/ όπως το αίμα, που δε χρειάζεται τις λέξεις,/ ένα ποίημα που να υπάρχει χωρίς λέξεις·/ αλλά δε βρήκα τις αμίλητες λέξεις,/ με έχουν βρει μονάχα, όπως γράφω τώρα,/ τα δάκρυα./ Θα μαζέψω όλα τα δάκρυα/ κι εκείνα που μου ξέφυγαν μπροστά σε άλλους/ και τα ορμητικά που έτρεξαν,/ σαν αφρικανικός καταρράχτης/ πάνω στο πρόσωπό μου/ σε αναρίθμητους καιρούς·/ θα μαζέψω όλα τα δάκρυα/ κι απ’ τα πολλά αθώα/ μάτια που αγάπησα παράφορα,/ αλλά κι απ’ τα διαφορετικά μάτια/ που έτυχε ασυλλόγιστα να με μισήσουν./ Γιατί μια μέρα, θα τα σκεπάσει όλα/ το αλμυρό νερό,/ θα πνίξει τις λέξεις και θ’ αλλάξουν τα χρώματα,/ αλλά θα μείνει το ποίημα με τα δάκρυα/ για να το βρουν τα άλλα δάκρυα/ που περιμένουν/ ακόμη αγέννητα/ στο βυθό.
ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ ΠΥΘΙΑΣ Αν κατεβαίνουν βράχοι απ’ τα βουνά/ και φράζουν το λαρύγγι μου τις νύχτες/ δεν είναι γιατί έπαιξαν το ρόλο τους/ και στη δική μου τη ζωή οι Φαιδριάδες./ Αλλά αυτά τα διφορούμενα χαρτιά/ με τις ασάφειες στις λέξεις της Πυθίας./ Οι διφορούμενες κομματικές αποφάσεις,/ οι διφορούμενες φιλικές σχέσεις,/ τα διφορούμενα οργανωτικά / – μια ολόκληρη ζωή/ σε διφορούμενες διασυνδέσεις./ Με τις λέξεις της Πυθίας ακολουθήσαμε/ τη μια πράξη μετά την άλλη/ και μονάχα μία πράξη δε χωράει/ λέξη διφορούμενη. Η τελευταία/ που μας άφησε η Πυθία να τη μαντεύουμε/ ολομόναχοι·/ τώρα που ζήσαμε ολομόναχοι,/ αγαπήσαμε ολομόναχοι,/ προδοθήκαμε/ και μείναμε ολομόναχοι/ ώς αυτή την ακροθαλασσιά/ απέναντι/ στο πέτρινο πρόσωπο/ της σιωπής.
Ο ΝΟΜΟΣ Ακόμη και τώρα που σε συλλογίζομαι/ μελαψή πόρνη του Joubert Park,/ χωρίς να οχυρώνομαι/ πάνω στα ταραχώδη στήθια σου/ και η φωνή του κορμιού σου,/ το ανυπόμονο αιδοίο σου,/ άπλαστος περίβολος του κόσμου μου/ μέσα στον οργασμό της νύχτας/ θα ’θελα να ήξερα ποια ήταν η βαθύτερη ηδονή/ άραγε το κορμί σου, τα μάτια σου/ κι εκείνο το σπαραχτικό:/ «από σήμερα θ’ αγαπώ τους Ελληνες, σερ»/ ή μήπως περισσότερο απ’ όλα/ μ’ έκανε ακατάσχετο η οργιαστική ελπίδα/ πως ίσως, τουλάχιστον απόψε,/ η μις Baxter, η θυρωρός, δε θα ’ναι μεθυσμένη/ και θα σε δει και θα χτυπήσει την πόρτα,/ τακ! τακ! ο αμείλιχτος Νόμος / – ύστερα, όταν θα με δείχνουν με το δάχτυλο/ οι ευκατάστατοι ομογενείς:/ «αυτός είναι, που κοιμήθηκε με τη μαύρη»,/ εγώ θα πορεύομαι υπερήφανος/ με το μέτωπο ψηλά, ακέριος κι αλώβητος,/ με την άφθαρτη χαρά να σκεπάζει το κορμί μου:/ απόψε καταπάτησα έναν ακόμη Νόμο.
