Απέναντι διαγωνίως βρίσκονται τα σπίτια μας στ’ Απεράθου της Νάξου. Η γειτνίασή μας ωστόσο αποτυπώνεται ανεξίτηλα στο οικογενειακό DNA, καθώς η μάνα μου κι η λαλά (γιαγιά) του υπήρξαν επιστήθιες φιλενάδες, ομογάλακτες και παντοτινές, αφού ούτ’ η μια ούτ’ η άλλη διέθεταν αμφιθαλή αδελφή. Η σχέση τους απέπνεε τον τύπο της αγάπης που δυστυχώς έχει εκλείψει στις μέρες μας. Σφυρηλατημένη σε εποχές υλικής ένδειας, πλεγμένη με τα νήματα της ανυστερόβουλης αμφιτέρωθεν προσφοράς, εξυψωνόταν στην τροπόσφαιρα της απλής, αλλά πλούσιας, πνευματικής και συναισθηματικής ταύτισης.
Λιμνοθάλασσες αρμονίας πλημμύριζαν το δωμάτιο ενώ, γριές πια, μιλούσαν με τις ώρες στο τηλέφωνο κάνοντας τα σύρματα να αντηχούν χαρμόσυνες συναυλίες σε ρε μείζονα. Ο Δημήτρης Μαργαρίτης ασχολείται από μικρός με το βιολί. Οταν πέτυχε στο Φυσικό Αθηνών, σπούδαζε ήδη στο Εθνικό Ωδείο και, καθώς αμφότερα τα αντικείμενα είναι εξόχως απαιτητικά, σκέφτηκε να εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο. Ο Μάνος τσι Σμπάρας, ο πατέρας του, τον συμβούλεψε να συνεχίσει. «Μια μέρα, να μου το θυμηθείς, θα δεις που θα τα παντρέψεις» του είπε.
Με επίμοχθες προσπάθειες, ο Δημήτρης πήρε το πτυχίο του ΕΚΠΑ και ταυτόχρονα έγινε δεκτός στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου της Βοστόνης για μάστερ στην ερμηνεία και την εκτέλεση βιολιού. Σήμερα είναι μέλος της Συμφωνικής Ορχήστρας του Δήμου Αθηναίων και διδάσκει παράλληλα σε ωδεία, όπου συνηθίζει για χάρη των μαθητών του να εμπλουτίζει τις νότες με πικάντικες ιστορίες. Οι αλλόκοτες επινοήσεις του θεμελίωσαν με τον καιρό συνοικέσιο που εδράζεται σε κεραυνοβόλο έρωτα, ώστε ο γάμος που προμάντευσε ο πατέρας του να τελεστεί κανονικά με παπά, κουμπάρο και παρανύμφους ή έστω με αντιδήμαρχο και τους συνακόλουθους μάρτυρες. Κρατώ στα χέρια μου το παρθενικό του βιβλίο με τίτλο «Η θεωρία της μουσικότητας». Πρόκειται για «σχετικιστική νουβέλα» άρτι τυπωθείσα στις Εκδόσεις Γρηγόρη. Εύρημά της, το ότι, ως γνωστόν, ο Αϊνστάιν έπαιζε βιολί. Ο Μαργαρίτης αναδεικνύει πραγματικά περιστατικά από τη ζωή του και με παραστατική μυθοπλασία, απολύτως κατανοητή στους αμύητους, ξεδιπλώνει την ιστορία της επιστήμης και της μουσικής σε ένα πρωτότυπο δοκίμιο με ρέοντα ελληνικά που παραπέμπουν σε μάστορα της γραφής.
Παραθέτω εύγλωττα αποσπάσματα, αρχίζοντας από τη διάλεξη του Αλβέρτου προς τον γιο του, Χανς: «Κοιτούσα αυτόν τον ιστό αράχνης και σκεφτόμουν πόσο τέλειο μουσικό όργανο είναι. Οι μεταξωτές κλωστές σχηματίζουν μια πανάρχαια άρπα με συμπαθητικές χορδές και το μικρό αρθρόποδο τις τεντώνει στη συχνότητα που υπαγορεύει η βαρύτητα. […] Οταν αποσύρεται να παραμονεύσει το θήραμά του, καθώς περνά ανάλαφρα ο άνεμος μέσα απ’ αυτό το κόσκινο, από αυτές τις κυψέλες τις διατεταγμένες σε γεωμετρία κοχλία, το έγχορδο γίνεται μεμιάς πνευστό, ένας σχεδόν άυλος αυλός. Κι όταν η πεταλούδα πέσει πάνω στο νεκρικό της σάβανο, μετασχηματίζεται σε μεμβρανοειδές τύμπανο του θανάτου. […] Είναι το τελειότερο όργανο στο σύμπαν επειδή είναι έγχορδο, πνευστό και κρουστό συγχρόνως και περιγράφει περίφημα τη δημιουργία της ζωής και τη συντριβή του θανάτου».
Ιδού τι λέει ο Αϊνστάιν για την Κάλλας, παρακολουθώντας την παρέα με την Ελσα στο θέατρο Φενίτσε της Βενετίας το 1948, κάτι που σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας θα μπορούσε κάλλιστα να έχει συμβεί: «Οι εξαιρετικές δεξιοτεχνικές ικανότητες στη φωνή της, σε συνδυασμό μ’ ένα κρυστάλλινο και λαμπερό ηχόχρωμα και μια απόκοσμη χροιά, παραπέμπουν στην πρώτη πρώτη δημιουργία του κόσμου, ενσαρκώνοντας τον νοητό κόσμο, ήτοι το πάθος του Ερωτα και την οδύνη του Θανάτου που ορίζουν τελικά το φως της ζωής».
