Μπον βιβέρ διεθνούς εμβέλειας, όργωσε επί δεκαετίες με μποέμ παρέες τις πρωτεύουσες της Ευρώπης και της Αμερικής· εμπειρίες που έλαμπαν στο αδιόρατο, ειρωνικό του χαμόγελο. Τον γνώρισα στο «Ορεβουάρ»· κάθε βράδυ στην προνομιακή γωνιακή θέση της μπάρας, απέναντι σε κόκκινο πακέτο Marlboro και σε Johnnie με πάγο στο κρυσταλλένιο δικό του ποτήρι. Κοκέτης, γαλαντόμος, σωστός άρχοντας, με σπινθηροβόλο πνεύμα και καυστικό χιούμορ που έσφαζε με το βαμβάκι. Αισθανόμουν τυχερός να με θεωρεί φίλο του. Πες πες και πιες πιες είχα εντρυφήσει στα χούγια του. Τον τσιγκλούσα ανεπαισθήτως στο ευαίσθητο σημείο του και στηνόταν κανονικό πανηγύρι· την κατάλληλη στιγμή εκστόμιζε την καίρια ατάκα για τον καθένα.
Παλιά φρουρά του καταστήματος· εκ των στυλοβατών. Το ανακάλυψε το 1961. Νεαρός φοιτητής, πήγαινε με ποδήλατο για να μπορεί να φεύγει αργά το βράδυ· πού λεφτά για ταξί εκείνα τα χρόνια. Εκτοτε, όποτε βρισκόταν στην Ελλάδα ξεκινούσε και τερμάτιζε τις νυχτερινές του εξόδους εκεί. Συνήθως με τους συμπότες-θιασάρχες Κούλη Στολίγκα και Κώστα Χατζηχρήστο, στις παραστάσεις των οποίων υπέγραφε συχνά τα σκηνικά, αλλά και με άλλους εμβληματικούς πελάτες της εποχής. Οι περιστασιακοί θαμώνες τον γνώριζαν από τους πίνακές του, αφού στα απλόχωρα ντουβάρια του μαγαζιού λειτουργεί, λες, μόνιμη αναδρομική έκθεση της εργογραφίας του.
Αντιγράφω συνοπτικό βιογραφικό, όπως παρουσιάζεται σε γκαλερί της Ελλάδας και της αλλοδαπής: Ο Γιώργος Σιούντας -διότι ασφαλώς περί του Σιούντα πρόκειται- γεννιέται το 1937 στη Σαλονίκη. Σπουδάζει ζωγραφική και σκηνογραφία στην Ecole des Beaux Arts στο Παρίσι και στη συνέχεια σε Λονδίνο και Ντίσελντορφ. Το ’67 εγκαθίσταται στο Λονδίνο όπου παραμένει οκτώ χρόνια διατηρώντας στούντιο ζωγραφικής. Το 1992 μετακομίζει στη Βοστόνη όπου διατηρεί δική του γκαλερί. Φιλοτεχνεί πορτρέτα του προέδρου του Παναμά, της βασιλικής οικογένειας της Αγγλίας και του αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Το 1972 αποσπά το Α’ Βραβείο Σύγχρονης Τέχνης στις ΗΠΑ με το έργο του «Μνήμα», το οποίο ανήκει στη συλλογή του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης. Συνεργάστηκε επίσης ως σκηνογράφος με δεκάδες θεατρικά σχήματα σε Αθήνα, Λονδίνο και αλλού.
Ρεπερτόριο αστείρευτο διέθετε. Ιδού δεινό δείγμα: «Κάποτε, Δημητράκη, έκανα ιατρικές εξετάσεις σε έναν καθηγητή. “Ποτό ούτε μυρωδιά, τσιγάρο ούτε τζούρα”, είπε και μου ’δωσε έναν μακρύ κατάλογο εγκράτειας και προσευχής. Αν τον άκουγα, θα πέθαινα σε έξι μήνες από τη στενοχώρια. Δείχνω τα αποτελέσματα το βράδυ στο μπαρ σε δυο φίλους μου γιατρούς, μπεκρόνια. “Πολύ σχολαστικό τον βρίσκουμε τον καθηγητή” λένε μ’ ένα στόμα. “Τρώγε, κάπνιζε και πίνε ελεύθερα”. Ακολούθησα τη συμβουλή τους κι είμαι μια χαρά. Κι έχουν περάσει και σαράντα χρόνια από τότε». Οι γιατροί-μπεκρόνια τον έφαγαν λάχανο τον καθηγητή. Χρόνια έπειτα από την αφήγηση ο Σιούντας αναχώρησε για τις ονειρικές του θαλασσογραφίες. Τον αποχαιρετούμε με Johnnie σήμερα στις 10.30 στην Καισαριανή.
