Ράπισμα στη ροή του χρόνου. Πότε πέρασαν, αλήθεια, σαράντα συναπτά έτη. Ξανάρχεται ολοζώντανη στη μνήμη η φοβερή εκείνη βραδιά. Πλησίαζε έντεκα όταν κατεβήκαμε απ’ το λεωφορείο στη στάση ΙΚΑ του Νέου Κόσμου και πιάσαμε τα στενά, βαδίζοντας προς το σπίτι της Κατερίνας λίγο πιο κάτω. Μας αιφνιδίασε ένα υπόκωφο και μαζί εκκωφαντικό βουητό διαρκείας. Εσβησαν οι λάμπες στις κολόνες της ΔΕΗ και διακρίναμε μες στο σκοτάδι να γέρνουν οι μαύροι όγκοι των πολυκατοικιών πασχίζοντας, λες, ν’ αγκαλιάσουν αλλήλους σ’ ένα αναπάντεχο και μακάβριο ερωτικό σύμπλεγμα.
Ικέτες της κοινής λογικής, αναζητούσαμε εις μάτην εξήγηση. Ωσπου πλάκωσε νεκρική σιγή δευτερολέπτων, τα οποία μας φάνηκαν αιώνες. Μόλις χαμήλωσε η ένταση της απόκοσμης βουής, ακούσαμε ουρλιαχτά στα πέριξ διαμερίσματα και βλέπαμε εμβρόντητοι εν μέση οδώ ν’ ανοίγουν τα παράθυρα των ισογείων απ’ όπου πανικόβλητοι ένοικοι προσγειώνονταν ανώμαλα στο πεζοδρόμιο με φόρμες, πιτζάμες, παντούφλες και εν γένει αμφίεση υπνοδωματίου. Ανάλογα άλματα με αμφίβολη κατάληξη επιχειρούσαν ευάριθμοι απελπισμένοι απ’ τα μπαλκόνια του πρώτου.
Χαραγμένη ανεξίτηλα στον νου η εικόνα ευτραφούς μεσήλικης να μοχθεί να κρύψει τη γύμνια της με μικροσκοπική πετσέτα. Τα κατάφερνε κάπως καλύτερα η πλούσια και ακόμη νωπή σαπουνάδα σε όλο της το κορμί. Σε λίγα λεπτά επικρατούσε στους δρόμους πανζουρλισμός και οχλοβοή. Η πανταχόθεν επαναλαμβανόμενη ιαχή «σεισμός, σεισμός, σεισμός…» μεταδιδόταν από στόμα σε στόμα, σαν αναγκαία επιβεβαίωση του τι είχε συμβεί.
Τέτοιες στιγμές ουδέποτε είχαμε ζήσει στην Αθήνα. Ούτε καν στις διηγήσεις των γεροντότερων. Μας είχαν ταράξει, βέβαια, τα 6,5 Ρίχτερ τον Ιούνιο του ’78 στη Σαλονίκη και οι σαράντα πέντε νεκροί από κατάρρευση οκταώροφης πολυκατοικίας. Αλλά δεν είχαμε νιώσει στο πετσί μας τη φρίκη. Το Κατερινιώ μπήκε στο σπίτι, σήκωσε τα πεσμένα αντικείμενα και κινήσαμε προς τα Εξάρχεια. Ασφαλώς με τα πόδια. Ολος ο κόσμος είχε μπει στα Ι.Χ. και προσπαθούσε να προστατευθεί εν κινήσει, προκαλώντας αδιανόητο μποτιλιάρισμα.
Ετερόκλητο πλήθος είχε καταλάβει τη γνωστή πλατεία. Παρά τρίχα διασωθέντες αναρχικοί και φρικιά απ’ τα γύρω μπαρ, μετρημένα στα δάκτυλα του ενός χεριού τότε –που κατά κανόνα στεγάζονταν σε παλιά, ετοιμόρροπα κτίρια– και φρικαρισμένοι περίοικοι με κουβέρτες στην πλάτη ζεσταίνονταν σε θεόρατη φωτιά. Ο ήδη φευγάτος Ασιμος αγόρευε ακατάπαυστα ως πρωθύστερη Κασσάνδρα.
Ραδιούργος γείτονας του ζήτησε να το βουλώσει σε έντονο ύφος. Ο απρόβλεπτος Νικόλας τον κάλεσε σε μονομαχία σοβαρός σοβαρός και είπε, υψώνοντας την γκλίτσα που δεν άφηνε λεπτό απ’ το χέρι του. -«Αν σου κοτάει, χτύπα το ραβδί σου στο χώμα κι όποιος βγάλει νερό, νίκησε». Αργότερα ο ίδιος ονόμασε «Ρωγμή» το μπαράκι του στην οδό Αραχώβης. Ηταν 24 Φεβρουαρίου 1981, σαν σήμερα, η νύχτα που άλλαξε τη ζωή της πρωτεύουσας. Πολλοί πλάγιαζαν στα αυτοκίνητα επί μήνες κι ο Γιώργος, ιδιοκτήτης εμβληματικού ρεμπετάδικου, για χρόνια.
