Μελίρρυτο κείμενο, ορφικό ύμνο, ανάρτησε στην ιστοσελίδα του ο «Γκάρντιαν» εκθειάζοντας την ελληνική κουζίνα και δη μια νοστιμότατη, αλλά εξόχως δύσπεπτη έκφανσή της. Μαύρισαν τα σπλάχνα της Σούζαν Σμίλι, ανταποκρίτριας του βρετανικού ειδησεογραφικού ομίλου στη χώρα μας, οι καθημερινές αναφορές στην εκθετική αύξηση διασωληνωμένων και νεκρών και, καθώς κουρκούτιανε το μυαλό της η παγερή ψυχαναγκαστική καραντίνα, αναζήτησε λύτρωση στην α-λήθεια –δηλαδή στη μνήμη– των γεύσεων. Πού αλλού να πνίξει την πλήξη και τον πόνο της, κλεισμένη σε τέσσερα ντουβάρια, αν όχι στο φαΐ!
Ιδεάστηκε, λοιπόν, ολόθερμες καλοκαιρινές στιγμές ενθυμούμενη λουκούλλειο γεύμα παρέα με τον προσφιλή Νικ σε απόκεντρη ταβέρνα της Ζακύνθου. Εκείνη παρήγγειλε τα νούμερα εννέα, δεκαεπτά και είκοσι τρία του καταλόγου, αλλά όταν έφθασαν, έστρεψε ανεπαίσθητα το πιρούνι της στο μυρωδάτο πιάτο του συνδαιτυμόνος. «Δοκίμασα μια μπουκιά και άφησα τα δικά μου για να απολαύσω το υπέροχο κουνέλι στιφάδο» σημειώνει σχετικά. «Εκτός από τον άνηθο, τη ρίγανη και το θυμάρι, οι Ελληνες μάγειροι διανθίζουν τις συνταγές τους με αρωματική κανέλα, μπαχάρι, μοσχοκάρυδο και γαρίφαλο, δημιουργώντας μοναδικά εδέσματα», προσθέτει.
Μεγαλορρημοσύνη διαπνέει το δημοσίευμα, ιδίως στην εύγλωττη κατακλείδα: «τα απαλά και ζεστά μπαχαρικά σε συνδυασμό με την ισορροπία γλυκών και ξινών γεύσεων καθιστούν το στιφάδο έξοχο κυριακάτικο μεσημεριανό». Τα εκλεπτυσμένα εγγλέζικα γαστρικά της υγρά έβγαλαν ασπροπρόσωπη τη συντάκτρια, καταφέρνοντας να χωνέψουν χωρίς επιπλοκές το βαρύ φαγητό, γεγονός που ενδεχομένως οφείλεται στο σάλιο από το συνεχές γλείψιμο των δακτύλων της. Ηλεκτρονικά και έντυπα «μέσα» της ημεδαπής αναπαρήγαγαν την ανάρτηση σε σημείο φρενίτιδος. Το αμφιλεγόμενο πιάτο μετεβλήθη αίφνης σε ανυπέρβλητο στοιχείο αυθεντικής ελληνικότητος. Μπήκαν κατόπιν στον χορό μη εξαιρετέες εκπομπές και στήλες μαγειρικής κι έτσι το στιφάδο αποθεώθηκε. Σηκώθηκαν στα μανάβικα τα λιλιπούτεια κρεμμύδια κι άρχισαν να τα χώνουν στο αφεντικό. Διαχέεται ο επαρχιωτισμός στα παρ’ ημίν ΜΜΕ. Οτιδήποτε γραφτεί για τη χώρα στον Τύπο της Εσπερίας αυτομάτως θεωρείται θέσφατο.
Ο κοινωνιολόγος Νίκος Βρισιμτζής πειραματίστηκε σε πλείστα αντικείμενα προτού επιλέξει να γίνει ξεναγός. Καθότι τυγχάνει κολλητάρι και κουμπάρος μου, ξέρω από πρώτο χέρι το πάθος με το οποίο ασκεί το επάγγελμα. Πρόκειται για αεικίνητο άτομο. Τα καλοκαίρια δουλεύει πυρετωδώς και τους χειμώνες γυρίζει σαν σβούρα ανά την υφήλιο. Τροφοδοτεί με ταξιδιωτικά κομμάτια ειδικά περιοδικά και κατά καιρούς τυπώνει ενδιαφέροντα βιβλία, όπως τα «Ελληνικοί ναοί και θέατρα», «Σιδηροδρομικοί Σταθμοί της Ελλάδος», «Δήλος, ένας πλήρης οδηγός» κ.ο.κ. Στην πρώτη καραντίνα έγραψε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Απαγορευμένοι έρωτες», η οποία θα εκδοθεί μετά το πέρας της δεύτερης από το «Υδροπλάνο».
Ιδέα θαυμαστή τού ’ρθε το 1995 να εντρυφήσει στην ιδιωτική ζωή των ένδοξων προγόνων. Αποτέλεσμα να εκδώσει το πόνημα «Ερως, σεξ και γάμος στην αρχαία Ελλάδα». Ανέπτυξε επισταμένως άπασες τις πτυχές του θέματος. Εικονογράφησε τον τόμο με αποκαλυπτικές παραστάσεις από μελανόμορφα αγγεία και τον μετέφρασε σε όλες τις μητρικές γλώσσες των τουριστών. Τον Αύγουστο του ’96 δεν υπήρχαν ως συνήθως ειδήσεις. Ο τότε απεσταλμένος του «Γκάρντιαν» ξετρύπωσε το βιβλίο στο ξενοδοχείο του και το παρουσίασε ως επιστημονική έρευνα που εμβαθύνει σε γαργαλιστικά άβατα. Τα εγκυρότερα ελληνικά φύλλα έπαιξαν την «επιστημονική ανακάλυψη» σε περίοπτη θέση της πρώτης σελίδας τους. Ο συγγραφέας φιλοξενήθηκε τροπαιοφόρος στα βραδινά δελτία ειδήσεων. Κατάλαβαν κάποτε πως είχαν να κάνουν με τουριστικό οδηγό, που πρόλαβε ωστόσο να γίνει ανάρπαστος. Τα παρελκόμενα του μιμητισμού!
