ΓΑΛΛΟΥΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΕΣ και προβεβλημένους Ελληνες επιστράτευσαν τα επίσημα χείλη στην τελετή εγκαινίων του νέου ηλεκτροφωτισμού του ανυπέρβλητου παγκόσμιου τοπόσημου των Αθηνών για να προσδώσουν βάρος στους λόγους τους. Εδώ θα περιοριστούμε στους ταπεινούς και τους άσημους: Παιδί της Λα Πλάτα, κατά Αργεντινή μεριά, ο νεαρός Οράσιο Καστίγιο συναναστράφηκε συμπατριώτες μας ναυτικούς στα καταγώγια του λιμανιού, ήπιε λαίμαργα ούζο, μαγεύτηκε απ’ τα ρεμπέτικα και χόρεψε μαζί τους χασάπικο και συρτάκι.
ΕΛΑΒΕ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ελληνικών από τον ορθόδοξο ιερέα Νικόλαο Γαλανόπουλο, αλλά εντρύφησε στο βάθος τους «σαν αυτοδίδακτος ερασιτέχνης της γλώσσας». Κατόπιν μετέφρασε στα ισπανικά Ελύτη, Σεφέρη, Ρίτσο, Βρεττάκο, Βαρβιτσιώτη, Σαχτούρη και άλλους, με αρκετούς από τους οποίους ανέπτυξε εγκάρδια φιλία. Το 2010 οι «Εκδόσεις των Συναδέλφων» τύπωσαν την πλημμυρισμένη με Ελλάδα ποιητική συλλογή του «Οι γάτοι της Ακρόπολης».
ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ ο μεταφραστής του, Χάρης Δήμου, ταξίδεψε στη Λα Πλάτα για να τον συναντήσει. Οταν ο ψιλικατζής της γωνίας πληροφορήθηκε την εθνικότητα του φιλοξενούμενου γείτονα, άρχισε να τον τρατάρει λιχουδιές και πακέτα τσαγιού μάτε. Κάποτε ο Δήμου ζήτησε να μάθει τον λόγο. «Σε κερνάω με την ελπίδα ότι θα μου κάνεις χαλάλι να πας στην Ακρόπολη και να προφέρεις το όνομά του μπροστά στον Παρθενώνα». Ιδού η ακτινοβολία του Ιερού Βράχου, καθώς επίσης και στο κάτωθι ποίημα του ως άνω Καστίγιο:
ΥΜΝΟΣ Σε γνωρίζω από την κόψη του φωτός την τρομερή,/ από το θαλασσινό ανέμισμα του δωρικού χιτώνα,/ σε γνωρίζω από το γλυπτό του μοσχοφόρου,/ κι από το γέρσιμο της Νίκης που πάει να λύσει το σανδάλι της,/ σε γνωρίζω από τον φοίνικα της Δήλου κι από το όνομα της Ναυσικάς/ από το ποτήρι που ο Εκτορας υψώνει για τη λευτεριά στη ραψωδία Η΄ της Ιλιάδας,/ σε γνωρίζω από τα βιολετί μάτια και το μελί χαμόγελο,/ σε γνωρίζω από τον βασιλικό στη γλάστρα του μεσημεριού,/ από τη λέξη θάλασσα, από τη γεύση της ελιάς,/ από τα σανδάλια του Μελισσινού στην οδό Πανδρόσου,/ σε γνωρίζω από τον Μανώλη Γλέζο που σκαρφάλωσε στην Ακρόπολη/ και κατέβασε τη σημαία με τη σβάστικα./
ΣΕ ΓΝΩΡΙΖΩ από τον καστανά και τον σφουγγαρά,/ από τον Κλεόμβροτο που έπεσε από τα τείχη της Αμβρακίας, μόλις διάβασε τον Φαίδωνα,/ από την παρθένο που τραγούδησε σαν κουκουβάγια πάνω από τη στέγη,/ από την οδό Λέπσιους 10 της Αλεξάνδρειας, όπου έζησε ο Καβάφης,/ σε γνωρίζω από τη Γοργόνα που ρωτάει τον ναυτικό:/ «Ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος;»/ από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο που έριξε κάτω το σκήπτρο και το στέμμα/ και πέθανε σαν απλός στρατιώτης,/ από το φως των Μυκηνών, από το μάτι του φυλαχτού,/ από την ταβέρνα του Κώστα, όπου υπήρξα ευτυχής,/ από τις Σουλιώτισσες που ρίχτηκαν η μια μετά την άλλη στον γκρεμό,/ από το «Ζ» που είναι χαραγμένο στους τοίχους του Αδη.
