ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΕΙΜΑΙ ΟΓΔΟΝΤΑ ΟΧΤΩΜΙΣΙ ακριβώς. Στο ούζο οφείλω την υγεία μου. Μπορώ να πιω ίσαμε ένα μπουκάλι την ημέρα. […] Είχαμε κάποτε έναν οικογενειακό γιατρό, Θεός σχωρές τον. Ταξιδεύαμε από την Αθήνα στη Χαλκίδα με τρένο. Εγώ εδώ, ο γιατρός απέναντί μου, δίπλα μου μία κυρία. Κουβεντιάζαμε γόνα με γόνα με την κυρία, που κάποια στιγμή σκύβει και με ρωτάει: -«Κυρ Γιάννη, είναι καλός γιατρός;». -«Θαύμα είναι. Μου έχει σώσει τη ζωή. Κάποτε αρρώστησα βαριά, αλλά έλειπε στο Παρίσι, κι έτσι σώθηκα». Κάπως έτσι καθάριζε απ’ τους ιούς ο Γιάννης Σκαρίμπας καταπώς αφηγείται ο ίδιος. Γεννήθηκε τέτοιες μέρες του 1893 και κόντεψε να τα εκατοστίσει. Ενδιαμέσως έγραψε στίχους όπως αυτοί:

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ Πού την είδα; Συλλογίζομαι αν στους δρόμους/ την αντίκρισα ποτές μου ή στ’ αστέρια,/ τους χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τους ώμους/ δίχως χέρια!// Δίχως χέρια… Το μάτι της γυαλένιο/ ας μη μ’ έβλεπε – μ’ εθώρει κι ήταν τ’ όντι/ ρόδο ψεύτικο το γέλιο της -κερένιο-/ και το δόντι.// Τη στοχάζομαι. Η φωνή της, λες, μου εμίλει/ ριγηλή σαν μέσ’ σε όνειρο – και τ’ όμμα/ ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τα χείλη/ και το στόμα.// Τ’ ήταν; Πνεύμα; Μην φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,/ υποπτεύομαι -και τρέμω νοερά μου-/ απ’ το ίδιο υλικό που ’ναι φτιαγμένα/ τα όνειρά μου;// Αχ πώς τρέμω! ο νους μου πάει σ’ ιδέες πλήθος,/ σε μπαμπάκια και καρτόνια – ο νους μου βάνει/ γεμισμένο της μην ήτανε το στήθος/ με ροκάνι!// Ω Κυρά μου – Αγγελε -Συ- των μειρακίων/ πο’ ’χεις το γέλιο, ω χαύνη κόρη των πνευμάτων,/ σε μια βιτρίνα σ’ έχουν στήσει γυναικείων/ φορεμάτων…

ΣΤΑΔΙΟΝ ΔΟΞΗΣ Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι’ αντάρα/ οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου – φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα/ κάθε μια της ζωής-μου ήταν –κει– στραβομάρα,/ κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα…// Κι ως αρπώντας με μ’ έβγαλαν σηκωτόν απ’ την πόλη/ (με καμπούρες κι αλλήθωροι – με στραβή άλλα αρίδα)/ όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν –χαχόλοι–/ κει βαθιά, τη Χαλκίδα:// … Βλέπεις μαιτρ –μου φωνάξανε– τη Χαλκίδα την είδες/ όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν’ άρχεις;/ Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου –όλοι εμείς– φασουλήδες,/ νά και συ θιασάρχης!…// Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία/ μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό –να πόδι να στέκει/ ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,/ όρθιο η πόλη λελέκι…// Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία/ εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι/ μεταξύ-τους –για ρόλους-των– κάθε μια-μου αηδία,/ κάθε τι ρεζιλίκι..// Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης/ και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),/ νά μ’ αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις/ με κραυγές και με τούμπες!…// Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει/ (αχ, κι η πρόγκα – τι δόξα-μου!.,. – σ’ ουρανούς θα με σύρει)/ η Χαλκίδα εκεί πίσω-μου θα φαντάζει χτισμένη/ σαν από –τεμπεσίρι…