ΕΙΜΑΙ ΟΓΔΟΝΤΑ ΟΧΤΩΜΙΣΙ ακριβώς. Στο ούζο οφείλω την υγεία μου. Μπορώ να πιω ίσαμε ένα μπουκάλι την ημέρα. […] Είχαμε κάποτε έναν οικογενειακό γιατρό, Θεός σχωρές τον. Ταξιδεύαμε από την Αθήνα στη Χαλκίδα με τρένο. Εγώ εδώ, ο γιατρός απέναντί μου, δίπλα μου μία κυρία. Κουβεντιάζαμε γόνα με γόνα με την κυρία, που κάποια στιγμή σκύβει και με ρωτάει: -«Κυρ Γιάννη, είναι καλός γιατρός;». -«Θαύμα είναι. Μου έχει σώσει τη ζωή. Κάποτε αρρώστησα βαριά, αλλά έλειπε στο Παρίσι, κι έτσι σώθηκα». Κάπως έτσι καθάριζε απ’ τους ιούς ο Γιάννης Σκαρίμπας καταπώς αφηγείται ο ίδιος. Γεννήθηκε τέτοιες μέρες του 1893 και κόντεψε να τα εκατοστίσει. Ενδιαμέσως έγραψε στίχους όπως αυτοί:
ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ Πού την είδα; Συλλογίζομαι αν στους δρόμους/ την αντίκρισα ποτές μου ή στ’ αστέρια,/ τους χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τους ώμους/ δίχως χέρια!// Δίχως χέρια… Το μάτι της γυαλένιο/ ας μη μ’ έβλεπε – μ’ εθώρει κι ήταν τ’ όντι/ ρόδο ψεύτικο το γέλιο της -κερένιο-/ και το δόντι.// Τη στοχάζομαι. Η φωνή της, λες, μου εμίλει/ ριγηλή σαν μέσ’ σε όνειρο – και τ’ όμμα/ ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τα χείλη/ και το στόμα.// Τ’ ήταν; Πνεύμα; Μην φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,/ υποπτεύομαι -και τρέμω νοερά μου-/ απ’ το ίδιο υλικό που ’ναι φτιαγμένα/ τα όνειρά μου;// Αχ πώς τρέμω! ο νους μου πάει σ’ ιδέες πλήθος,/ σε μπαμπάκια και καρτόνια – ο νους μου βάνει/ γεμισμένο της μην ήτανε το στήθος/ με ροκάνι!// Ω Κυρά μου – Αγγελε -Συ- των μειρακίων/ πο’ ’χεις το γέλιο, ω χαύνη κόρη των πνευμάτων,/ σε μια βιτρίνα σ’ έχουν στήσει γυναικείων/ φορεμάτων…
ΣΤΑΔΙΟΝ ΔΟΞΗΣ Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι’ αντάρα/ οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου – φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα/ κάθε μια της ζωής-μου ήταν –κει– στραβομάρα,/ κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα…// Κι ως αρπώντας με μ’ έβγαλαν σηκωτόν απ’ την πόλη/ (με καμπούρες κι αλλήθωροι – με στραβή άλλα αρίδα)/ όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν –χαχόλοι–/ κει βαθιά, τη Χαλκίδα:// … Βλέπεις μαιτρ –μου φωνάξανε– τη Χαλκίδα την είδες/ όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν’ άρχεις;/ Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου –όλοι εμείς– φασουλήδες,/ νά και συ θιασάρχης!…// Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία/ μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό –να πόδι να στέκει/ ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,/ όρθιο η πόλη λελέκι…// Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία/ εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι/ μεταξύ-τους –για ρόλους-των– κάθε μια-μου αηδία,/ κάθε τι ρεζιλίκι..// Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης/ και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),/ νά μ’ αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις/ με κραυγές και με τούμπες!…// Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει/ (αχ, κι η πρόγκα – τι δόξα-μου!.,. – σ’ ουρανούς θα με σύρει)/ η Χαλκίδα εκεί πίσω-μου θα φαντάζει χτισμένη/ σαν από –τεμπεσίρι…
