ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΦΑΙΔΡΑΣ όσο και ανύπαρκτης… περικεφαλαίας οι πολίτες τυγχάνουμε ανυπεράσπιστοι απέναντι στη μανία της φύσης, που ’χει λογικοφανείς λόγους να εκδικείται. Η εκάστοτε κυβέρνηση αδιαφορεί. Η υπεύθυνη αντιπολίτευση την κατακεραυνώνει. Αλλά όταν αναλαμβάνει εκείνη το πηδάλιο επιδεικνύει απαράλλακτη απραξία. Ο τραγικός φαύλος κύκλος συνεχίζεται στο διηνεκές. Τα γεγονότα του Σαββατοκύριακου αποτελούν ακόμα ένα επεισόδιο στο γνωστό έργο. Παρατηρούνται, ωστόσο, ενίοτε ευεργετικοί κυκλώνες. Μας πρόσφερε αρκετούς ο Γιώργος Σεφέρης, που αναχώρησε για τους επουράνιους χειμάρρους σαν σήμερα το 1971, προλαβαίνοντας να πλημμυρίσει προηγουμένως με νεροποντές λέξεων και εικόνων τις άνυδρες όχθες των ξεροπόταμων της ύπαρξης. Ιδού:

ΣΤΟ ΤΡΕΛΟ ΑΝΕΜΟΣΚΟΡΠΙΣΜΑ/ δεξιά ζερβά πάνω και κάτω/ στροβιλίζονται σαρίδια./ Φτενοί θανατεροί καπνοί/ λύνουν τα μέλη των ανθρώπων./ Οι ψυχές/ βιάζουνται ν’ αποχωριστούν το σώμα/ διψούν και δε βρίσκουν νερό πουθενά∙/ κολνούν εδώ κολνούν εκεί στην τύχη/ πουλιά στις ξόβεργες∙/ σπαράζουν ανωφέλευτα/ όσο που δε σηκώνουν άλλο τα φτερά τους.// Φυραίνει ο τόπος ολοένα/ χωματένιο σταμνί.

ΚΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΡΓΟΠΟΡΕΙ κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται/ υπάρχουν άραγε/ ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες/ υπάρχουν άραγε/ εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς/ υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής/ εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας/ αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου/ ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος/ η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής/ εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας/ σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας/ ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο/ εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής./ Ο ποιητής ένα κενό.

ΕΙΝΑΙ ΒΑΡΥΣ Ο ΚΑΜΠΟΣ ύστερ’ απ’ τη βροχή· τι θυμάται/ η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στον γκρίζο ουρανό/ σφηνωμένη ανάμεσα στον άνθρωπο και στην ανάμνηση του ανθρώπου/ ανάμεσα στην πληγή και το χέρι που πλήγωσε μαύρη λόγχη,/ σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τη βροχή, έπεσε ο αγέρας/ δε σώνει η δική μου πνοή, ποιος θα το μετακινήσει;/ ανάμεσα στη μνήμη, χάσμα – ένα ξαφνισμένο στήθος/ ανάμεσα στους ίσκιους που μάχουνται να ξαναγίνουν άντρας και γυναίκα/ ανάμεσα στον ύπνο και στο θάνατο στεκάμενη ζωή.// Είχαν μια κίνηση τα χέρια σου πάντα προς τον ύπνο του πελάγου/ χαϊδεύοντας τ’ όνειρο που ανέβαινε ήσυχα τη μαλαματένια αράχνη/ φέρνοντας μέσα στον ήλιο το πλήθος των αστερισμών τα κλεισμένα βλέφαρα τα κλεισμένα φτερά…

ΛΥΠΟΥΜΑΙ ΓΙΑΤΙ ΑΦΗΣΑ να περάσει ένα πλατύ ποτάμι/ μέσα από τα δάχτυλά μου/ χωρίς να πιω ούτε μια στάλα./ Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα./ ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,/ δεν έχω άλλη συντροφιά./ ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια/ που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι/ και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.