Χαρά στη μοίρα μας! Το δημοσιογραφικό επάγγελμα σου δίνει την ευκαιρία να συναντήσεις πρόσωπα, που υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν αδύνατον· κάτι που για πολλούς συγκαταλέγεται στα θετικά του. Αμ δε! Φέρνω στον νου μου, μέρα που ‘ναι, μια συνομιλία που είχα με τον Στυλιανό Παττακό για λογαριασμό της εκπομπής «Πανόραμα» του τηλεοπτικού σταθμού «Alpha». Πάνε καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Το ραντεβού είχε κλειστεί σπίτι του, μια μονοκατοικία μεταξύ Ανω Πατησίων και Νέας Χαλκηδόνας.
Ορισμένη ώρα η δεκάτη πρωινή. Στάθμευσα τη μοτοσικλέτα στο στενάκι σχεδόν ταυτόχρονα με το βαν του συνεργείου. Ξεφορτώσαμε τον εξοπλισμό -κάμερα, τριπόδια και λοιπά συμπράγκαλα- και χτυπήσαμε το κουδούνι. Μας άνοιξε ένας μαινόμενος Παττακός. Κοίταζε επίμονα το ρολόι και μας επέπληττε για την αργοπορία. Αν κατείχε ακόμα την εξουσία θα μας περνούσε δίχως άλλο από φάλαγγα. «Εχετε αργήσει επτά ολόκληρα λεπτά» επαναλάμβανε. «Αν είναι τόσο τραγικό, καλύτερα να φύγουμε» έκανα σε αποφασιστικό τόνο.
Υπέκυψε, ίσως επειδή η κάψα του να βγει στο γυαλί ήταν ισχυρότερη από τη στρατιωτική πειθαρχία που ρύθμιζε την καθημερινότητά του. Μας έδειξε μια πόρτα και μπήκαμε. Μας υποδέχτηκε ένας νεαρός συνεργάτης του, εμφανώς καθυστερημένος, αν και βρισκόταν από ώρα στο δωμάτιο. Ψέλλισε κάτι αμφίσημο για τους ρεπόρτερ και προθυμοποιήθηκε να μας κεράσει ρακή. «Μας τη στείλανε από την Κρήτη» είπε σερβίροντας. «Προσέξτε, είναι πολύ δυνατή. Θα σας τσουρουφλίσει τον λαιμό».
Νόμιζε κανείς πως είμαστε συνεννοημένοι. Τσουγκρίσαμε και την κατεβάσαμε μονορούφι, αφήνοντας εμβρόντητους και τους δυο. Είχαν υπερτιμήσει τη δραστικότητα του αποστάγματος. Την αμηχανία τους διέλυσε η σύζυγος του τέως πραξικοπηματία, που φάνηκε εκείνη τη στιγμή για να μας φιλέψει κατιτίς. Ως γνήσιος φασίστας, ξέσπασε πάνω της, κάνοντάς την σκουπίδι. Οι επόμενες κρούσεις των ποτηριών πέρασαν σχετικά απαρατήρητες.
Τσάμπα μάγκας. Αμετανόητος. Καυχιόταν στα ενενήντα του για τη διαύγεια του μυαλού του. Εμοιαζε όμως εντελώς ξεμωραμένος. Μάλλον έτσι θα ‘ταν πάντα. Με ψευτιές, φληναφήματα και κατεψυγμένα αστεία προσπαθούσε να δικαιολογήσει τα αναιτιολόγητα. Οταν η διεθνής κοινή γνώμη ανησυχούσε για τη ζωή του Παναγούλη, κρατούμενου σε αυστηρή απομόνωση στο Μπογιάτι -δεν τον έβλεπε επί μήνες ούτε η μάνα του-, οι συνταγματάρχες σκαρφίστηκαν το εξής κόλπο: ΕΣΑτζήδες τον οδήγησαν μοναχό του στο προαύλιο, σε ώρα που οι υπόλοιποι φυλακισμένοι παρέμεναν στα κελιά.
Αρχισε σε λίγο να κλοτσά με μανία την μπάλα που επίτηδες είχαν ξεχάσει εκεί. Ενας κρυμμένος φωτογράφος απαθανάτισε τη σκηνή και την επαύριον ολόκληρος ο πλανήτης έβλεπε τον Αλέξανδρο να παίζει ποδόσφαιρο με τους φρουρούς του. «Εγραφαν πως βασανίζεται και τον είδα με τα μάτια μου να αθλείται» έλεγε χωρίς να ντρέπεται ο Παττακός. «Δίνω ένα εκατομμύριο σε όποιον μου φέρει έστω και μισό νεκρό του Πολυτεχνείου» συνέχιζε. «Δεν έρχεται κανείς, άρα δεν υπάρχουν». Πάντως η συνέντευξη έβγαζε γέλιο· αναμεμιγμένο με οργή. Καταδικασμένος σε θάνατο, απολύθηκε το 1990 λόγω ανηκέστου βλάβης της υγείας του. Ζει ακόμα. Η Δημοκρατία δεν τρέφει βεντέτες, δεν μνησικακεί. Τα λέω σε όσους φρυάζουν με την επικείμενη αποφυλάκιση του Σάββα Ξηρού.
