Χαμός στο ίσωμα γινόταν στον τρίτο όροφο της Μίνωος 10-16, όπου στεγαζόταν η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Ιδίως στο ελεύθερο ρεπορτάζ, στις τάξεις –ή σωστότερα στην αταξία– του οποίου εντάχθηκα το φθινόπωρο του 1994, συνεργάτης με δελτίο παροχής υπηρεσιών, όπερ εστί μεθερμηνευόμενον: οι αποδοχές μου καθορίζονταν από τα δημοσιευμένα κομμάτια μου. Ογδόντα χιλιάδες δραχμές η ολόκληρη σελίδα, σαράντα η μισή και εκατόν είκοσι το σαλόνι – τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι… δηλαδή. Δυο χρόνια αργότερα η ταρίφα αδυνάτισε στο μισό – άσχετο!
Αναπαύονταν εφτά-οχτώ φτασμένοι συντάκτες –τρανταχτά ονόματα– σε ευρύχωρα γραφεία με πλάτη στον τοίχο. Μια ντουζίνα φερέλπιδες «μπλοκάκηδες» μοιραζόμαστε έξι αντικριστούς υπολογιστές σε μακρόστενο τραπέζι στον μέσον της αίθουσας και τρεις τηλεφωνικές συσκευές. Γράφαμε με βάρδιες και αδολεσχούσαμε στο σύρμα λακωνικά. Ανταποκριτές από την επαρχία, όσοι και οι πρωτεύουσες των νομών, δεν επέτειναν μεν τον συνωστισμό του κτιρίου, βομβάρδιζαν όμως το ηλεκτρονικό σύστημα με πληθώρα ειδήσεων και ερευνών. Τούτος ο πολύβουος συρφετός έπρεπε να γεμίσει το πολύ πέντε σελίδες – τόσες χαράμιζε ο διευθυντής από το προσφιλές του πολιτικό ρεπορτάζ.
Ρέστοι οι περισσότεροι στο τέλος της βδομάδας, βλέπαμε να μένουν εκτός, λόγω στενότητος χώρου, δεκάδες θέματα που δουλεύαμε με ιδρώτα, τα νομίζαμε Πούλιτζερ και αρκετά ήταν ομολογουμένως αξιόλογα. Η μια σελίδα ήταν μονίμως καπαρωμένη με κείμενα για το νέφος, την αυθαίρετη δόμηση, για ατασθαλίες περί τα δημόσια έργα κ.ο.κ. Τα υπέγραφε κάποια Χαρά Τζαναβάρα, την οποία γνωρίζαμε εξ όψεως, αφού ως συντάκτρια του ημερήσιου φύλλου το γραφείο της βρισκόταν στον δεύτερο. Επρόκειτο μάλιστα για κομμάτια που περίσσευαν από την καθημερινή έκδοση, αλλά κάλυπταν παρά ταύτα τις αυστηρότερες απαιτήσεις της εβδομαδιαίας. Γκρίνιαζαν κάμποσοι με τις εμμονικές προτιμήσεις του αρχισυντάκτη. «Είναι άδικο» έλεγαν «η υπογραφή της να μπαίνει συνέχεια, ενώ η δική μας με τα χίλια ζόρια μια φορά τον μήνα». Αντιλαμβανόταν ωστόσο και ο πλέον κακοπροαίρετος, διαβάζοντας τα πονήματά της, πως η «εμμονή» της διεύθυνσης ήταν απολύτως δικαιολογημένη.
Αραιά και πού ανέβαινε στις συσκέψεις μας η Χαρά. Είχαμε έτσι την ευκαιρία να γνωρίσουμε μια συνάδελφο-κόσμημα. Πράγμα σπάνιο για το σινάφι, δεν είχε το παραμικρό τουπέ. Προσηνής, χαμογελαστή, ευγενική, σεμνή· κυρία με κεφαλαίους χαρακτήρες. Μια σχολή μόνη της στο ρεπορτάζ Περιβάλλοντος. Κάνοντας βαθμηδόν περισσότερη παρέα, μας εξέπληττε πάντοτε ο αυθορμητισμός και η παιδικότητα που δεν αλλοιώθηκαν από την πολυετή ενασχόληση με τα εργοτάξια και τα μπετά. Εδώ, στην «Εφ.Συν.», πρόσφερε ολόψυχα την πείρα της σε συνδυασμό με ακούραστη δουλειά. Υπόδειγμα για τους νεότερους. Στήριξε με θέρμη το συνεταιριστικό εγχείρημα, κρατώντας αποστάσεις από «τοξικές» ομαδοποιήσεις. Ελεγε ντόμπρα τη γνώμη της στις συνελεύσεις κι ας δυσαρεστούσε κατά φαντασίαν χαλίφηδες. Κόμπος στον λαιμό ο ξαφνικός και πρόωρος χαμός της, μαχαιριά εφάμιλλη με του Βαγγέλη Καραγεώργου, που γιόρταζε χθες.
