ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΟΙ ΑΜΦΟΤΕΡΟΙ με τον Κουτσοφλέβαρο –ο ένας πρωτοβλέπει το φως στις 12 του μηνός, το 1890, κι ο άλλος κλείνει οριστικά τα μάτια στις 10, το 1975–, βάζουν σκοπό της ζωής τους τα μακρινά ταξίδια σε πελάγη και ωκεανούς. Θαλασσοδέρνονται στην τρικυμία της ύπαρξης κι όμως δεν παραδίδονται στη μανία των στοιχείων. Ναυπηγούν αντιθέτως στοιχειά, εσωτερικές φλόγες, που φωταγωγούν τη σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Οι στίχοι τους πλαταίνουν τον ορίζοντα του χαρτιού, στιγματίζοντας ανεξίτηλα τους χάρτες των οριζόντων. Αποτίουμε τιμή στον Κώστα Ουράνη και τον Νίκο Καββαδία παραθέτοντας οιονεί μεταξύ τους ποιητικό διάλογο:

ΝΟΣΤΑΛΓΙΕΣ Μοιάζω στους γέρους ναυτικούς με τις ρυτιδωμένες/ και τις σφιγγώδεις τις μορφές, που είδα στην Ολλανδία,/ παράμερα στων λιμανιών τους φάρους καθισμένους,/ να βλέπουνε, αμίλητοι, να φεύγουνε τα πλοία./ Τα μάτια τους, που είχανε δει κυκλώνες και ναυάγια,/ λαχταριστά, νοσταλγικά τα παρακολουθούσαν,/ καθώς σηκώναν τις βαριές που τρίζαν άγκυρές τους/ και μπρος στους φάρους ήρεμα, πελώρια περνούσαν./ Σε λίγο στην απέραντη τη θάλασσα αλαργεύαν/ και χάνονταν αφήνοντας στην πορφυρή τη δύση/ έναν καπνό που αυλάκωνε τον ουρανό πριν σβήση:/ κι όμως οι γέροι ναυτικοί ακίνητοι στους φάρους,/ με τη μεγάλη πίπα τους σβησμένη πια στο στόμα,/ προς τα καράβια που ’φυγαν εκοίταζαν ακόμα… K.O.

Ο ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ ΦΛΕΤΣΕΡ Στον ποιητή Κώστα Ουράνη Ο πλοίαρχος Φλέτσερ έριξε το «Σχελδ» στον Ματαπά/ μια μέρα που των θαλασσών παλεύαν τα στοιχεία,/ γιατί ήλιος δε φαινότανε το στίγμα του να βρει/ ούτε μπορούσε από τις στεριές να πάρει αντιστοιχία.// Κι αυτό στο μέρος που έπεσε εσφήνωσε βαθιά,/ τόσο που οι βράχοι οι μυτεροί μεμιάς το καταστρέψαν,/ μα τίποτ’ απ’ το πλήρωμα δεν έπαθε κανείς/ κι όλοι με κάποιο ρυμουλκό στον Πειραιά επιστρέψαν.// Σε λίγες μέρες φύγανε, τρισάθλιοι ναυαγοί,/ μια μελαγχολική, στυγνά θλιμμένη συνοδεία,/ κι έμεινε ο Φλέτσερ μοναχά, ζητώντας στο πιοτό/ την πίκρα του στα βρωμερά να πνίξει καφωδεία.// Κοντός, με το πηλήκιό του, το γείσο το χρυσό,/ και με τα τέσσερα χρυσά γαλόνια του, τ’ αστέρια,/ έμπαινε μόλις άρχιζε ν’ απλώνεται η νυχτιά,/ και την αυγήν αναίσθητο τον βγάνανε στα χέρια.// Μα τα γαλόνια ξέφτισαν και σχίστηκε η στολή,/ τα ωραία του ρούχα επούλησε, την πέτσινή του τσάντα,/ κι ένα εργαλείον εκράτησε μονάχα ναυτικό,/ τ’ όργανο εκείνο που μετράν τον ήλιο, τον εξάντα.// Η στενοχώρια και το αλκόλ δουλεύοντας σιγά,/ μέρα με τη μέρα σ’ ένα χαίνον χάσμα τον ωθούσαν./ Τρελλάθηκε. Τον πείραζαν στους δρόμους τα παιδιά,/ κ’ οι ψείρες πάνω στα ξανθά του γένια επερπατούσαν.// Οταν ο ήλιος φλόγιζε τον αττικό ουρανό,/ αυτός με τον εξάντα του στο χέρι εξεκινούσε,/ το ύψος γοργά υπολόγιζε σε μια μαούνα ορθός,/ κ’ ύστερα αισχρά μουντζώνοντας τον ήλιο εβλαστημούσε.// Μα κάποια μέρα βλέποντας με τ’ όργανο ψηλά,/ έφυγε για το σκοτεινό λιμάνι του θανάτου,/ ενώ σιγά σαν πάντοτε, φαιδρός και φλογερός,/ ο ήλιος την κανονική διέσχιζε τροχιά του.N.K.

ΠΟΤΕ Θ’ ΑΝΟΙΞΟΥΜΕ ΠΑΝΙΑ για τα Νησιά του Νότου/ πότε το ρου θ’ ανέβουμε του ποταμού Αμαζόνα;/ – Καιρός μας πια να πάψουμε να βλέπουμε μπροστά μας/ των ίδιων πάντα λιμανιών τη νυσταγμένη εικόνα!// Ας σβήση η νέα μας ορμή (σα βήματα στον άμμο/ από το κύμα) την παλιάν, ασάλευτη ζωή μας!/ Σημαία υψώστε τη ψυχή στο πιο αψηλό κατάρτι:/ δεν είναι αλήθεια ότι ήρθαμε αργά στην εποχή μας!// Μπορούμε ακόμα μια ζωή να ζήσουμε καινούργια,/ αντίς να μαραζώνουμε σαν τον κομμένο δυόσμο:/ φτάνει να κάνουμε πανιά σαν τους Θαλασσοπόρους/ που, μια πατρίδα αφήνοντας, έβρισκαν ένα κόσμο! K.O.