ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βραδιές Σουρή το πάει φιρί φιρί να τιτλοφορηθεί η στήλη κατά την εβδομάδα που διανύουμε, καθότι ο μεγάλος μας σατιρικός, ξεκαρδιστικούς στίχους του οποίου παραθέσαμε χθες με αφορμή την 167η επέτειο από τη γέννησή του, εκτός από ανεξάντλητος, υπήρξε και αφοπλιστικά επίκαιρος, περιγράφοντας όχι μόνο τα πολιτικά δραματικώς δρώμενα της εποχής του, αλλά και δυσώδεις στιγμές του καθημερινού μας βίου, που κατ’ ουσίαν ελαχίστως άλλαξε από τον προ-προηγούμενο αιώνα. Διασχίζεις εποχούμενος κεντρικές οδούς των πόλεων, φέρ’ ειπείν, με τις αναρτήσεις του αυτοκινήτου ή της μοτοσικλέτας να στενάζουν από τις κακοτεχνίες και τις λακκούβες.

Ραπίσματα ανελέητα καυσαερίων και κουρνιαχτού δέχεσαι πανταχόθεν, αν έχεις τη φαεινή να πορευτείς πεζή· κι ανάβεις κερί σε εκκλησιά του προορισμού σου, άμα δεν δεχτείς στο δοξαπατρί τίποτα ιπτάμενες σακούλες απορριμμάτων που σημαδεύουν ματαίως χάσκοντες κάδους. Τηρουμένων των αναλογιών, οι καιροί του Σουρή δεν εμφανίζουν τρανταχτές διαφορές με το σήμερα. Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνει εύγλωττο τετράστιχο του ίδιου του ποιητή: «Ω δρόμε των Πινακωτών που φθάνεις έως πέρα/ και τρέφουν τα σκουπίδια σου πεινώντων σκύλων σμήνη/ αγήρως κι αλησμόνητος η βρώμα σου κι η λέρα/ στη μνήμη την ευγνώμονα του Φασουλή θα μείνη».

Ω δρόμε των Πινακωτών, αρτηρία που οδηγούσε από την καρδιά της πρωτεύουσας στην αραιοκατοικημένη συνοικία Πινακωτά, ήτις μετονομάστηκε αργότερα Εξάρχεια, από το πολυκατάστημα που ίδρυσε ο Ηπειρώτης Βασίλειος Εξαρχος το 1893 στη μετέπειτα ομώνυμη πλατεία. Το 1906 η οδός Πινακωτών πήρε το όνομα του πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη, τιμώντας προφανώς το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Στον αριθμό 15 έναντι του Χημείου βρισκόταν από το 1887 η οικία του Γεωργίου Σουρή, στις σοφίτες της οποίας γραφόταν τις Τετάρτες και τις Πέμπτες ο «Ρωμηός». Τις υπόλοιπες μέρες κόσμος και κοσμάκης περνούσε απ’ το σαλόνι της.

Με «σκόνη απροσίτου ύψους και λάκκους δυσθεωρήτου βάθους» μόνο με «μπότες έως το γόνυ ημπορεί να περάσει κανείς» σημείωνε το «Σκριπ» τον Σεπτέμβριο του 1898 και αντιγράφω από το «Εξαρχείων Αλφαβητάριο» του Γιάννη Φούντα, «Εκδόσεις των Συναδέλφων», 2019. «Να το μπαλκόνι, που ’βγαινα με ζέστη και με χιόνια/ κ’ εκύτταζα, βρε Περικλή, τ’ αντικρυνά μπαλκόνια·/ να το μπαλκόνι, που ’βγαινα κι ελίγωναν τη μύτη μου/ κάτι… λεβάντες τρέλλα/ κι εκένωνα τα βρώμικα νερά του νεροχύτη μου/ σε διαβατών καπέλλα». Με στιχάκια σαν κι αυτό αποχαιρετούσε το σπίτι ο ιδιοκτήτης του, μετακομίζοντας στον αριθμό 33 της Διδότου το 1892.

Απόδειξη πως οι συνήθειες πολλών κατοίκων της Χαριλάου Τρικούπη δεν έχουν αλλάξει και πολύ έκτοτε. Την ιδέα για την ίδρυση του περίφημου σαλονιού με τακτικούς θαμώνες άπαντες τους επιφανείς και αφανείς των γραμμάτων και των τεχνών είχε η συμβία του ποιητή Μαρή Κωνσταντινίδη για να αποσπάσει τον άντρα της από τα διάσπαρτα χαρτοπαίγνια των Αθηνών. Ολοι χωρούσαν για να παίξουν πόκα και μάους, να διαβάσουν αδημοσίευτα αριστουργήματα και να επιδοθούν αργά τη νύχτα σε πνευματιστικές συνεδρίες για τις οποίες θα μιλήσουμε αύριο.