Καιρό είχα να καταβρέξω βιβλίο με τόσα δάκρυα. Οσο γερνώ συγκινούμαι περισσότερο, φαίνεται, και με παίρνουν ευκολότερα τα ζουμιά. Και να φανταστείτε ότι κονόμησα τον τόμο των 432 σελίδων στα αζήτητα της εφημερίδας. Ξέρετε, δα, πώς γίνεται! Οι εκδοτικοί οίκοι τροφοδοτούν αφειδώς με τα νέα τους πονήματα τους συντάκτες του καλλιτεχνικού, κυρίως, ρεπορτάζ. Τα ντανιάζουν εκείνοι στα γραφεία τους κι όταν οι στοίβες καταλαμβάνουν και το τελευταίο εκατοστό ζωτικού χώρου, τις μεταφέρουν στο τραπεζάκι της εισόδου.
Ακριβώς απέναντι στην Ποτούλα. Προηγουμένως διαλέγουν για το σπίτι τον αφρό. Περνούν ένας ένας οι συνάδελφοι, ξαλαφρώνοντας τους χάρτινους πύργους από μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα, δοκίμια – ελληνικά και ξένα. Απ’ όλα έχει ο μπαξές. Εφτασα απ’ τους τελευταίους προχθές κι είχαν απομείνει μονάχα τρεις τίτλοι. Τους δύο δεν τους θυμάμαι καν. Στον τρίτο διαβάζω: «Μακρύς δρόμος για την Ιθάκη. Πολιτική ξενιτιά 1950 – 1974» (εκδόσεις αλεξάνδρεια).
Τυγχάνοντας ένθερμος λάτρης των Ιονίων Νήσων, σουφρώνω το σύγγραμμα για να το ξεφυλλίσω προτού κοιμηθώ. Με εξιτάρισε και το όνομα της συγγραφέως. Το Κατίνα Λατίφη προοιωνιζόταν καταστάσεις ρετρό. Ξαπλώνοντας αργότερα, ανάβω το πορτατίφ κι ανοίγω το βιβλίο κάπου στη μέση. Πέφτω πάνω στη φρικτή εξόντωση του Ηπειρώτη μαχητή του ΔΣΕ Γιώργου Λύρα το 1960 στο Βουκουρέστι. Τολμά να εκφράσει με παρρησία επιφυλάξεις για την καθοδήγηση Κολιγιάννη – Παρτσαλίδη. Εκείνοι το κρατούν μανιάτικο. Τον προγράφουν με ψευτιές και ήξεις αφήξεις. Σε συνεργασία με τις αρχές του Τσαουσέσκου λαμβάνουν εναντίον του ταπεινωτικά μέτρα. Του στερούν την κάρτα πρόσφυγα, τη δουλειά και κάθε πόρο ζωής, απειλώντας και εκβιάζοντας συναγωνιστές και φίλους που τον στηρίζουν. Στο τέλος τον κλείνουν στη φυλακή και δεν σταματούν ούτε όταν πεθαίνει.
Ιδιαζόντως ειδεχθείς οι μέθοδοι των ανάξιων ηγεσιών των κομμουνιστικών κομμάτων, μου ήταν ήδη γνωστές. Ομως η πένα της Κατίνας Λατίφη μεταδίδει αλλιώτικη ζωντάνια και παραστατικότητα. Κατορθώνει να μετατρέψει την αυτοβιογραφία της σε ανάγνωσμα οικουμενικό. Ορμητική επονίτισσα από πιτσιρίκα στον Αλμυρό Μαγνησίας, δέχεται αδυσώπητο κυνηγητό από τη συμμορία του Σούρλα μετά την Κατοχή. Αναγκάζεται να καταφύγει στον Γράμμο. Πολεμάει σαν λέαινα. Κηδεύει χιλιάδες συντρόφους της. Επιζεί και μετακομίζει στις χώρες του… ανύπαρκτου.
Νομίζεις πως γίνεσαι κι εσύ ένας απ’ τους πολιτικούς πρόσφυγες διατρέχοντας τις σελίδες της, που ξεχειλίζουν νοσταλγία για την πατρίδα. Αναφέρεται διεξοδικά στα πολιτικά προτάγματα της εποχής, αναπαριστά ωστόσο εναργώς τις καθημερινές ανθρώπινες στιγμές. Συγκρατώ ορισμένες: Οι Ρουμάνοι πολίτες συμπαραστέκονται ολόψυχα στους Ελληνες εμιγκρέδες. Τους θαυμάζουν, ιδίως τις γυναίκες, διότι αντέταξαν τα όπλα ενάντια στους κατακτητές. Μία απ’ αυτές επισκέπτεται κάποτε τον οδοντογιατρό. «Υπήρξες παρτιζάνα» της λέει «ηρωίδα, δεν χρειάζεται να σου κάνω αναισθησία. Εχεις αντέξει χειρότερα». Δεν ήθελε να τον διαψεύσει η δόλια. Εσφιξε τα δόντια και δεν έβγαλε κιχ.
Αποστολές θανάτου έστελνε το ΚΚΕ στην Ελλάδα στις αρχές του ’50 για να ανασυντάξουν τις οργανώσεις του. Μαύρη παρανομία και η σύλληψη να ελλοχεύει παντού. Στην καλύτερη τη γλίτωνες με ισόβια. Συνήθως σ’ έστηναν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Χιλιάδες μέλη ανυπομονούσαν να ’ρθει η δική τους σειρά. Αψηφούσαν τον κίνδυνο. Τους αρκούσε να αναπνεύσουν μια στάλα πατρίδα. Το βιβλίο απογειώνεται, όταν η συγγραφέας φτάνει παράνομα στην Αθήνα, με ανεπαρκή έγγραφα, αμέσως έπειτα από τη μεταπολίτευση. Ρίγη συγκίνησης σε κατακλύζουν, καθώς ρουφά κάθε δευτερόλεπτο και προσπαθεί να ζήσει μέσα σε λίγες μέρες όσα έχασε 25 ολόκληρα χρόνια. Αλλά, ας μείνει κάτι να διαβάσετε κι εσείς.
