Τέλη Σεπτεμβρίου 1942, βαθιά μεσάνυχτα, τρία συμμαχικά αεροσκάφη πετούν πάνω απ’ τον ουρανό της Γκιώνας σε ύψος 9.000 ποδιών, για να μη γίνονται στόχος αντιαεροπορικών πυρών. Οι επιβαίνοντες στα δύο από αυτά περνούν για συνθηματικές τις φωτιές που ανάβουν για άλλους λόγους αντιστασιακοί του 542 και πέφτουν με αλεξίπτωτα στο σημείο, μαζί με τις προμήθειες, τα εκρηκτικά και τον οπλισμό τους. Το τρίτο μετεωρίζεται σαν άδικη κατάρα στις κορφές, οι άνδρες του δεν βλέπουν πουθενά φλόγες και επιστρέφουν στη Μέση Ανατολή για να γυρίσουν δυο μέρες αργότερα και από σφάλμα να προσεδαφιστούν στο Καρπενήσι.
Σώζονται την τελευταία στιγμή από τα χέρια των Ιταλών. Οι ΕΛΑΣίτες που τους περιμαζεύουν τους παραδίδουν στον Αρη, ο οποίος με πανουργία τούς περιφέρει ασκόπως από χωριό σε χωριό· για να βλέπουν οι κάτοικοι τις αγγλικές στολές, να αναπτερώνεται το ηθικό τους και να στρατολογούνται ομοθυμαδόν στον αγώνα. Επειτα από ολιγοήμερες περιπέτειες το πλήρωμα των δύο πρώτων συνδέεται με τους Καραλιβαναίους, που έχει στείλει ο αρχηγός με εντολή να τους καθυστερήσουν όσο γίνεται.
Ιδιάζον πολιτιστικό σοκ παθαίνουν οι Βρετανοί αντικρίζοντας τον Δήμο Καραλίβανο και την κουστωδία του, ζωσμένους με φισεκλίκια, σπάθες και φλουριά πάνω απ’ τους ντουλαμάδες. Δεν έχουν ματαδεί τσαρούχια, ούτε παρδαλά πλουμίδια και φυλαχτά στο Κέμπριτς και την Οξφόρδη, όπου σπούδασαν, και δεν το χωρά ο νους τους πως συγχρωτίζονται με τόσο απόκοσμα όντα.
Και οι ίδιοι οι αντάρτες, άλλωστε, τους περιγράφουν ως ξωτικά. Ο Φτεροδήμος τούς οδηγεί στη σπηλιά της Στρώμης και αποδεικνύεται φιλόξενος οικοδεσπότης. Εκεί η ομάδα σαμποτέρ με την κωδική ονομασία «Χάρλινγκ», διότι γι’ αυτήν ακριβώς πρόκειται, καταστρώνει τα σχέδια για την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου ή του Ασωπού και απολαμβάνει τις λιχουδιές που ’χουν προσγειωθεί με το αλεξίπτωτο χωρίς να προσφέρει το παραμικρό κέρασμα στους υπανάπτυκτους Ελληνες.
Ν’σάφ’ πια, μονολογεί ο Καραλίβανος. Ξιρουγλείφουν το τσ’κουλάτο κι δε μας δών’νε λίγου να πιάσ’ στου δόντ’ μας. Αποφασίζει να γευτεί την εκδίκησή του ζεστή. Εμφανίζεται την επαύριο με σφαχτό στη σούβλα. Ανάβει τα ξύλα μπροστά στο στόμιο και, καθώς χωνεύει το κάρβουνο, η λαχταριστή τσίκνα κατακλύζει το σπήλαιο. Τρέχουν τα σάλια των Εγγλέζων. Το μαρτύριο διαρκεί ώρες. Οταν το αρνί έχει καλοψηθεί, βγαίνουν με τις καραβάνες να σερβιριστούν τη μερίδα τους. Αμ δε! Οι Καραλιβαναίοι βάζουν το έδεσμα στον ώμο και μην τους είδατε.
Αποκλείεται να γνωρίζουν το περιστατικό οι ακροδεξιοί που διοργανώνουν μπάρμπεκιου με χοιρινό και αλκοόλ έξω από καταυλισμούς προσφύγων. Αστοχούν, ωστόσο, επειδή άφθονοι Σύροι και Ιρανοί δεν θρησκεύονται στο Ισλάμ και πολλοί μουσουλμάνοι καταναλώνουν γουρούνια δίχως αιδώ. Υπερβάλλει ο Χρήστος Γιαννούλης χαρακτηρίζοντας κτηνωδία την προσβλητική κνίσα, ζητώντας να θεσμοθετηθεί ποινή για τους ανορθόδοξους ψήστες. Βλέπω τους σουβλατζήδες που εργάζονται κατά την περιφορά των Επιταφίων να κάνουν Πάσχα στο κρατητήριο.
