ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καίτοι καταγόταν από την Κρήτη, γεννήθηκε τέτοιες μέρες του 1895 στην Πόλη, όπου φοίτησε στη Ζάππειο Σχολή. Σπούδασε ελληνική και γαλλική φιλολογία σε Αθήνα και Παρίσι και δίδαξε ως φιλόλογος σε Αττική και Χανιά. Δημοσιεύει από τα μικράτα της εξαίρετους στίχους στον «Νουμά» και τυπώνει αργότερα έξι ποιητικές συλλογές, πεζογραφία και θέατρο. Δίπλα στο πατρικό της, Δώρα Μοάτσου, προστίθεται το 1929 το Βάρναλη, έπειτα από τον γάμο της με τον μεγάλο μας ποιητή, με τον οποίο γνωρίζεται στο Παρίσι και ζει μαζί του, αλλά όχι στη σκιά του, ώς τον θάνατό του, το 1974. Ιδού δείγμα της δουλειάς της:

ΣΤΕΡΝΗ ΒΡΑΔΙΑ Βάλε την πλουμιστή σου φορεσιά,/ Μαριώ, και στο λαιμό σου τα φλωριά,/ και δυο πλεξίδες ρίξε τα μαλλιά σου./ Απόψε είν’ η στερνή μας η βραδιά/ θε να ’ρθουμε, με τ’ άλλα τα παιδιά/ για ξεφαντώματα στη γειτονιά σου.//

Στου κύρη σου κι εσύ το καπηλειό/ θα χύνεις, στα ποτήρια μας παλιό/ κρασάκι, χρυσοκόκκινο μοσχάτο./ Στην πυρή τη ματιά μου θε να κλειω/ λαχτάρα των τρελώ σου τω φιλιώ,/ πόθο για το κορμάκι σου τ’ αφράτο.// Την ώρια πλουμιστή σου φορεσιά/ βάλε, Μαριώ, και κέρνα τα κρασιά/ με τα γερά σου ηλιοκαμένα χέρια./ Τι ο πόλεμος μας στήνει μακελειά/ κι είμαστε εμείς της πλέμπας τα παιδιά/ που πάμε στου θανάτου τα λημέρια.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ Σκορπάει το κλήμα γύρω τους χυμούς του,/ τρυγούν μέσα στ’ αμπέλι τα σταφύλια/ κι απ’ τη γερτή του μπαλκονιού μας γρίλλια,/ μέσα στ’ απομεσήμερο του Αυγούστου,// η μυρουδιά του πατημένου μούστου/ στην κάμαρά μας μπαίνει την ανήλια/ κι ηδονικά χαϊδεύει μας τα χείλια./ Το κλήμα με τους ώριμους καρπούς του// τριγύρω μας απλώνει πονηρά/ τη μέθη με τα φλόγινα φτερά…/ Δε φταίμε εμείς, αν μέσα στις καρδιές μας// ξυπνούν αμαρτωλές οι επιθυμιές μας…/ Ζεστό τ’ απομεσήμερο του Αυγούστου,/ μεθυστικιά κι η μυρουδιά του μούστου.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ Την πίστη σου ζηλέψαν μερικοί·/ μύθοι σκληροί για σένα είναι γραμμένοι,/ τον άσκημο τον Παν, τον τραγογένη,/ τον νόθο γιο σού δώκαν οι κακοί.// Μα συ, θα μείνεις πάντοτε η μνηστή,/ που μοναχή στο δώμα απάνω μένει,/ ολημερίς στον αργαλειό σκυμμένη/ παντοτινά στον Οδυσσέα σου πιστή.// Μες στις αυλές σου οι μνηστήρες σου γλεντούν/ και την απόφασή σου καρτερούν./ Εσύ, στο σιγαλό σου το αργαστήρι,/ σ’ ύπνο βαθύ το μέτωπο έχεις γείρει,/ στον αργαλειό σου μένει ξεϋφασμένο/ ό,τι είχες απ’ τη μέρα ετοιμασμένο.

ΠΕΝΘΕΣΙΛΕΙΑ Νεκρή πέφτει η αμαζόνα η Πενθεσίλεια/ στα πόδια του Αχιλλέα, του φονιά της,/ κι αυτός, μπροστά στην τόσην ομορφιά της/ ερωτικά τηνε φιλά στα χείλια.// Τ’ αντρίκια του τα χέρια γι’ αντιστύλια/ βάζει κι αναβαστάζει τη γδυμνιά της/ μα κατεβαίνει, αλίμονο, η σκιά της/ στου Πλούτωνα τη χώρα την ανήλια.// Και μένει σκεφτικός και πικραμένος/ το σώμα της κρατώντας το νεκρό./ Τινάζεται όμως ξάφνω αγριεμένος:// Βλέπει μπροστά του αυτόν τον μισερό,/ που άγγιξε πρώτος τ’ όμορφο κορμί της,/ νεκρός πέφτει κει πέρα κι ο Θερσίτης!